Τετάρτη, 24 Αυγούστου 2016

Πάμπλο Εσκομπάρ: Μια αυτοκρατορία που ξεκίνησε με φόνο τον Αύγουστο του 1977- Η ζωή του ανθρώπου, του νονού, μέχρι και τον θάνατό του


Μεντεγίν, καλοκαίρι του 1977. Ο καιρός είναι βροχερός εκείνο το βράδυ στην πόλη και η υγρασία τρυπάει κόκαλα, αλλά αυτό είναι....
το τελευταίο πράγμα που απασχολεί τον Φάμπιο Ρεστρέπο, έναν καθόλα «αξιοσέβαστο» έμπορο ναρκωτικών.

Έχοντας τελειώσει από ένα «επαγγελματικό» ραντεβού, βιάζεται να πάει σπίτι του για να χαλαρώσει. Δεν αντιλαμβάνεται παρά την τελευταία στιγμή τους πληρωμένους δολοφόνους που τον προσεγγίζουν και αδειάζουν πάνω του τα περίστροφα τους.

Λίγη ώρα αργότερα οι κολλητοί του τα αδέρφια Οτσόα λαμβάνουν ένα τηλεφώνημα από τον Πάμπλο Εσκομπάρ, έναν νεαρό έμπορο ναρκωτικών με τον οποίο είχαν κάνει κάποιες δουλειές για λογαριασμό του Ρεστρέπο, που αφορούσαν αγορά κοκαΐνης για την υψηλή κοινωνία του Μαϊάμι όπου δραστηριοποιούνταν κοινωνικά και επαγγελματικά.

Φτάνουν ανύποπτοι στο ραντεβού με τον 26χρονο Πάμπλο, ο οποίος τους ανακοινώνει ότι «από αυτή την στιγμή δουλεύετε για εμένα. Εγώ είμαι το αφεντικό σας».


Οι αδερφοί Οτσόα δεν πτοούνται από τα λεγόμενά του και του ξεκαθαρίζουν ότι αφεντικό τους είναι ο Φάμπιο Ρεστρέπο και κανείς άλλος.

Ο Εσκομπάρ τους ακούει ανέκφραστος και τους ανακοινώνει με ψυχρό ύφος ότι ο Ρεστρέπο σκοτώθηκε πριν από μια ώρα, από άγνωστους εκτελεστές.

Τα τρία αδέρφια μένουν άφωνα για λίγα λεπτά και φοβισμένα για ώρες. Είχαν υποτιμήσει τις δυνατότητες ενός νεαρού χωριάτη από το Ρίο Νέγκρο, που ξεκίνησε έφηβος ακόμη να βγάζει λεφτά κλέβοντας ταφόπλακες.

Εκείνη την σημαδιακή μέρα του Αυγούστου, με την δολοφονία του Ρεστρέπο, ο χωριάτης με το λαϊκό ντύσιμο και την παράξενη κόμμωση, έβαλε τις βάσεις για την γέννηση του διαβόητου καρτέλ ναρκωτικών του Μεντεγίν.



Ο άνθρωπος που «χιόνισε» όλη την υφήλιο

Η αχλή που περιβάλλει τον μύθο γύρω από την συγκλονιστική ζωή του Πάμπλο Εσκομπάρ, μάλλον δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ. Το ξυπόλητο αγόρι που έγινε ο μεγαλύτερος έμπορος κοκαΐνης στον κόσμο, έκανε την πρώτη του κλοπή σε ηλικία μόλις έξι ετών.

Έκλεψε ένα ζευγάρι παπούτσια, αφού τα παλιά είχαν τρυπήσει από την καθημερινή διαδρομή μιας ώρας που έκανε ο Πάμπλο για να πάει σχολείο. Όταν η μητέρα του το ανακάλυψε τα επέστρεψε αφού τον μάλωσε και αυτός της είπε: «Μην στεναχωριέσαι μαμά. Όταν μεγαλώσω θα σου δώσω τα πάντα».

Μεγαλώνοντας σε μια χώρα διαιρεμένη πολιτικά σε δύο κόμματα-τους Συντηρητικούς και τους Φιλελεύθερους-ο Εσκομπάρ μεγάλωσε μέσα σε μια εποχή βίας, ταραχών, φόνων, φόβου και αγωνίας για το αύριο.


Διαθέτοντας κοφτερό μυαλό, αντιλήφθηκε πολύ γρήγορα ότι οι κοινωνικές ανισότητες στην χώρα ευθύνονταν για την χαοτική κατάσταση και αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη του, παρατώντας αρχικά το σχολείο.

Έχουν γραφτεί πάρα πολλά για την εφηβική του δράση και τις πολυποίκιλες «δραστηριότητές» του στα σοκάκια του Μεντεγίν, όπου ξεκίνησε να ξαφρίζει πορτοφόλια, πέρασε στις ταφόπλακες και κατόπιν στα μεταχειρισμένα αρχικά αυτοκίνητα.


Μαζί με την συμμορία του τα διέλυε και τα πουλούσε ως ανταλλακτικά, ενώ όταν η μητέρα του τον μάλωσε επειδή παράτησε το σχολείο της είπε: «Εγώ μαμά θα γίνω μεγάλος, πολύ μεγάλος. Είμαι φτωχός αλλά δεν θα πεθάνω ποτέ φτωχός», υπόσχεση που κράτησε με το παραπάνω.

Στα είκοσι χρόνια του έχει ήδη χτίσει τον μύθο του στο Μεντεγίν. Καπνίζει μαριχουάνα, μπαίνει με καραμπίνα σε τράπεζες και τις ληστεύει, σπάει τα μούτρα οπουδήποτε τον αμφισβητήσει χωρίς να φοβάται τίποτε και λειτουργεί ήδη σαν ένας μικρός El Padrino στο Μεντεγίν.

Όταν αρχίζει να κλέβει καινούρια αυτοκίνητα τα οποία προσπαθεί να πουλήσει με ψεύτικα χαρτιά, η αστυνομία αναλαμβάνει δράση και ο Εσκομπάρ δεν χάνει ούτε λεπτό.

Τους πληρώνει αδρά για να κάνουν τα στραβά μάτια, κάτι πολύ συνηθισμένο σε μια χώρα όπου η διαφθορά κυριαρχούσε και απολαμβάνει από την άνεση ενός εκπληκτικού διαμερίσματος τα αποτελέσματα της δράσης των συνεργατών του.

Όποιος αρνείται να συνεργαστεί μαζί του ή να δωροδοκηθεί «κερδίζει» με μια σφαίρα ένα «εισιτήριο» για τον άλλο κόσμο και μέσα σε λίγα χρόνια είναι υπεύθυνος για εκατοντάδες δολοφονίες.

Η φήμη του εξαπλώνεται σταδιακά τόσο, που τολμάει να στείλει φίλους του να παραλάβουν τα καινούρια αυτοκίνητα που τους έκανε δώρο -χωρίς να πληρώσει φυσικά- από την αντιπροσωπεία δίνοντάς τους πλαστά χαρτιά κυριότητας.

Όταν οι υπεύθυνοι τους λένε ότι τα έγγραφα είναι πλαστά, οι κολλητοί του Εσκομπάρ απαντούν με την φράση «Ο Πάμπλο τα έφτιαξε» που είναι αρκετή για να τους παραδοθούν άμεσα τα κλειδιά!

Επόμενος σταθμός στην καριέρα του; Το λαθρεμπόριο διαφόρων ειδών όπως τσιγάρα, ρούχα, αλκοόλ, οικιακές συσκευές και ότι είχε ζήτηση. Φορτηγά παραλαμβάνουν το εμπόρευμα από τον Παναμά και φτάνουν στην Κολομβία χωρίς κανένα πρόβλημα ελέγχου, αφού όλοι οι σταθμοί ελέγχονται από τον Εσκομπάρ. Οι τελωνειακοί που δεν ξέρουν το όνομά του, το μαθαίνουν με την πρώτη δωροδοκία και δεν το ξεχνούν ποτέ, αφού ο El Padrino τους έχει πει ότι κανένα φορτίο δεν πρέπει να μπλοκαριστεί.





Όταν οι συνεργάτες του στον Παναμά του ζητάνε επίμονα κοκαΐνη, ο Εσκομπάρ το σκέφτεται μέχρι να καταλάβει ότι οι Αμερικανοί ζητάνε σαν τρελοί το ναρκωτικό των διάσημων και της υψηλής κοινωνίας.

Για να αγοράσει το πρώτο του κιλό θα ταξιδέψει στο Περού με ένα Renault 4, στο πρώτο από τα πολλά ταξίδια που θα ακολουθήσουν.

Παρόλο που στην αρχή εισέρχεται σεμνά και ταπεινά στον χώρο του εμπορίου κοκαΐνης, τα τεράστια κέρδη του ανοίγουν την όρεξη και τα σαράντα φορτηγά που είχε για το λαθρεμπόριο ταξιδεύουν πλέον στο Περού και επιστρέφουν στην πόλη του Μπελέν γεμάτα πάστα κόκας.

Εκεί σε ένα ειδικά διαμορφωμένο εργαστήριο η πάστα μεταμορφωνόταν στην λευκή πούδρα, συσκευαζόταν και έφευγε για το Μαϊάμι, το Λος Άντζελες, την Νέα Υόρκη και άλλες πόλεις της Αμερικής.

Η τιμή του κιλού ήταν 60.000 δολάρια, τα δολάρια άρχισαν να συσσωρεύονται σε ντάνες και τα όποια εμπόδια όπως ο Ρεστρέπο απλά έβγαιναν από την μέση.


Το καρτέλ που «γονάτισε» μια χώρα

Στις αρχές της δεκαετίας του '80 ο Πάμπλο Εσκομπάρ είναι ο απόλυτος άρχων στο καρτέλ του Μεντεγίν με ένα δίκτυο που περιλαμβάνει τα πάντα, από πληρωμένους κυβερνητικούς, μέχρι αεροδιάδρομους στην μέση του πουθενά, πιλότους και ένα στόλο αεροσκαφών για την μεταφορά της κοκαΐνης στις ΗΠΑ.

Τα έχει βρει σε όλα με την αστυνομία, η οποία κάνει εφόδους και κατάσχει εκατοντάδες κιλά ναρκωτικών, στοιβαγμένα σε αποθήκες. Οι αστυνομικοί φωτογραφίζονται από ρεπόρτερ και δίνουν συνεντεύξεις σε τηλεοπτικά συνεργεία, με μια διαφορά. Όταν οι κάμερες και τα φλας σβήνουν τα ναρκωτικά επιστρέφονται στον Εσκομπάρ και από εκεί φεύγουν για την Αμερική.

Τα εκατομμύρια συσσωρεύονται και το καρτέλ ξοδεύει 3.000 δολάρια το μήνα για τα λαστιχάκια που αγκαλιάζουν σφιχτά τα ναρκοδολάρια της αυτοκρατορίας του El Mahico-ο μάγος-Πάμπλο Εσκομπάρ.


Θα διαθέσει 63.000.000 από αυτά για την αγορά μιας τεράστιας έκτασης έξω από το Μεντεγίν και πάνω από 100.000.000 για να χτιστούν οι εγκαταστάσεις της Hasienda Napoles, όπου μετακομίζει μαζί με την οικογένειά του.

Ο ζωολογικός της κήπος περιλαμβάνει από ρινόκερους και ελέφαντες μέχρι τίγρεις και καμηλοπαρδάλεις, οι σουίτες της μπορούν να φιλοξενήσουν πάνω από εκατό καλεσμένους, υπάρχουν πέντε πισίνες, λίμνες και 700 άτομα προσωπικό.

Εκεί θα δοθούν μυθικά πάρτι για τα γενέθλιά του, βραδιές με καλεσμένους υψηλόβαθμους κυβερνητικούς και την ελίτ της Κολομβίας, που απολαμβάνουν κυριολεκτικά τα πάντα, απο χαβιάρι και σαμπάνια μέχρι εκθαμβωτικές καλλονές για τους άρρενες προσκεκλημένους του.

Διαφεντεύει εκατό μικρότερα αφεντικά που τον υπακούν τυφλά, η περιουσία του κάποια στιγμή υπολογίζεται σε 30.000.000.000 δολάρια και το Forbes τον κατατάσσει στους πιο πλούσιους ανθρώπους του κόσμου.

Όταν αρχίζει να δίνει λεφτά στους φτωχούς και να χτίζει νοσοκομεία ή σχολεία σε υποβαθμισμένες περιοχές της χώρας, οι απλοί άνθρωποι τον λατρεύουν, τον θεωρούν δικό τους.

Ακόμη και σήμερα η κυβέρνηση της Κολομβίας αδυνατεί να συνειδητοποιήσει πως ο Εσκομπάρ έχει σχεδόν αγιοποιηθεί σε κάποιες επαρχίες της χώρας, όπου γριές φιλούν ευλαβικά την εικόνα του.

Η εξήγηση είναι εύκολη. Το μηδενικό τότε ενδιαφέρον των κυβερνώντων για την τύχη του 97% του πληθυσμού της χώρας που ζούσε σε άθλιες σχεδόν συνθήκες, γέννησε τον φιλάνθρωπο ναρκέμπορο που έδωσε χείρα βοηθείας.

Τι και αν τα χρήματα ήταν από το εμπόριο της κόκας; Για τον απλό κόσμο ίσχυε αυτό που είχε δηλώσει ο Πάμπλο: «Είμαι απλά ένας έμπορος λουλουδιών, που πουλάει επεξεργασμένα άνθη», μια διττή αναφορά στο φυτό της κόκας.


Το ματωμένο τέλος

Έχοντας εξαγοράσει πολιτικούς, εφημερίδες και περιοδικά-όχι όλες φυσικά αλλά πολλές-και έχοντας τον λαό σύμμαχό του ο Εσκομπάρ έκανε ένα μοιραίο λάθος. Αποφάσισε να ασχοληθεί με την πολιτική, αγνοώντας ότι μπορούσε να καλύψει πολλά όχι όμως το γεγονός ότι ήταν ο άνθρωπος που είχε «χιονίσει» όλη την υφήλιο.


Όταν το 1983 ο νεοδιορισθείς υπουργός δικαιοσύνης της χώρας Ροντρίγκο Λάρα Μπονίγια άρχισε να τον κατακεραυνώνει λέγοντας ότι είναι ένας άνθρωπος που έχτισε μια αυτοκρατορία όχι πουλώντας ποδήλατα αλλά κοκαΐνη, ο Εσκομπάρ ήταν γερουσιαστής και ήθελε να διεκδικήσει την προεδρία της χώρας.

Ο Μπονίγια δεν έμεινε εκεί. Διαθέτοντας ισχυρές γνωριμίες σε εφημερίδες όπως ο El Espectador πέτυχε να γραφτούν άρθρα για την πραγματική επαγγελματική ενασχόληση του Εσκομπάρ.

Μέσα σε λίγες ημέρες το πολιτικό του προφίλ είχε καταρρεύσει, παρά τις προσπάθειες του να αντιστρέψει την κατάσταση, οπότε πήρε την απόφασή του.

Στις 30 Απριλίου του 1984, ο Μπονίγια είναι στην Μπογκοτά, μέσα σε μια Mercedes, επιστρέφοντας απο μια συνάντηση. Η οικογένειά του βρισκόταν ήδη στην Αμερική, μετά τις απίστευτες απειλές κατά της ζωής του και ο ίδιος ετοιμαζόταν να πάει να τους βρει.

Ο τότε Αμερικανός πρέσβης στην Κολομβία, Λιούις Ταμπς τον είχε προμηθεύσει με ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο, λέγοντάς του να το φοράει συνέχεια.

Όταν ο εκτελεστής που οδηγούσε μια μοτοσικλέτα πλησίασε στο παράθυρο που καθόταν, ο Μπονίγια δεν πρόλαβε να κάνει τίποτε. Γαζώθηκε από ένα αυτόματο, έχοντας δίπλα του το αλεξίσφαιρο γιλέκο που του είχε δώσει ο Ταμπς.

Είχε αποδεχτεί την μοίρα του και ήξερε ότι το γιλέκο δεν θα τον γλίτωνε παρά μόνο προσωρινά από το πεπρωμένο του, αφού ο Εσκομπάρ είχε διατάξει τον θάνατό του.

Εφτά χρόνια αργότερα ο άνθρωπος που είχε προτείνει στην κυβέρνηση της Κολομβίας να αποπληρώσει με 10.000.000.000 δολάρια το δημόσιο χρέος της, παραδόθηκε τελικά στις αρχές με τους δικούς του όρους.

Στην φυλακή που οδηγήθηκε έχτισε ουσιαστικά μια κατοικία που είχε μέχρι και καζίνο, ενώ όταν πληροφορήθηκε ότι η κυβέρνηση σκεφτόταν την μεταφορά του σε κανονική φυλακή απέδρασε και ήταν πλέον ένα κυνηγημένος.

Στις 2 Δεκεμβρίου του 1993, οι ειδικές δυνάμεις του Στρατού και της Αστυνομίας εντόπισαν τον Εσκομπάρ σε μαι μεσοαστική γειτονιά του Μεντεγίν και τον κυνήγησαν αποφασισμένοι να τελειώνουν μαζί του. Μετά από μια καταδίωξη σε σπίτια και στέγες ο άνθρωπος που έχτισε μια αυτοκρατορία δισεκατομμυρίων, πάνω στην κοκαΐνη, γαζώθηκε μαζί με τον σωματοφύλακά του, αρνούμενος να παραδοθεί, σε αυτούς που νόμιζε ότι θα δωροδοκούσε για πάντα.

Τραγική ειρωνεία; Σκοτώθηκε ξυπόλητος, όπως ακριβώς είχε ξεκινήσει την εγκληματική του καριέρα... 


Αναγνώστες

Γράψτε το Email σας για να ενημερώνεστε πρώτοι.