Γράψτε το Email σας για να ενημερώνεστε πρώτοι.

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Γερμανία: Πως η άνοδος του AfD προκαλεί πονοκέφαλο στην Ά. Μέρκελ μια μόλις μέρα μετά τα αποτελέσματα των εκλογών


Ο γερμανικός λαός έδωσε μια ηχηρή «σφαλιάρα» χθες μέσω της ψήφου στην Άγκελα Μέρκελ για πρώτη φορά εδώ και 12 χρόνια απ’ όταν...
η Γερμανίδα καγκελάριος αναρχήθηκε στην εξουσία για πρώτη φορά. Η άνοδος του δεξιού AfD έγραψε ένα σενάριο «πύρρειας νίκης» για το κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών/Χριστιανοκοινωνιστών.





Ούτε, όμως, το αρνητικό ρεκόρ των Σοσιαλδημοκρατών εκπλήσσει. Συγκυβερνώντας στο πλαίσιο του “μεγάλου συνασπισμού” τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχαν ουσιαστικά μετατραπεί σε πολιτικό συμπλήρωμα του κόμματος της Μέρκελ. Ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να εισπράξουν την φθορά τους. Μπορεί αρχικά η αλλαγή ηγεσίας με την υποψηφιότητα Σούλτς να τροφοδότησε μία δυναμική δημοσκοπικής ανόδου, αλλά γρήγορα φάνηκε ότι δεν υπήρχε πολιτικό βάθος.

Τα περισσότερα πολιτικά και δημοσιογραφικά σχόλια, ωστόσο, προκάλεσε η εκτόξευση του, αντιευρωπαϊκού και με καθαρά δεξιά ιδεολογικά χαρακτηριστικά κόμματος “Εναλλακτική για τη Γερμανία” (AfD). Στις εκλογές του 2013 είχε μείνει κάτω από το όριο του 5% και δεν είχε εισέλθει στη γερμανική Βουλή. Ήταν δεδομένο, ωστόσο, ότι όχι μόνο θα έσπαγε αυτό το φράγμα, αλλά και ότι θα αποσπούσε πολύ υψηλότερο εκλογικό ποσοστό. Υπενθυμίζουμε ότι δημοσκοπικά είχε φθάσει και το 15%. 

Η εκλογική επίδοση και της Αριστεράς (Die Linke) και των Πρασίνων κινήθηκε στα αναμενόμενα επίπεδα. Μόνο ο υπερδιπλασιασμός του εκλογικού ποσοστού των Ελεύθερων Δημοκρατών προκαλεί εντύπωση, παρότι οι δημοσκοπήσεις κατέγραφαν την ανοδική δυναμική τους. Το 2013 δεν είχαν περάσει το φράγμα του 5% και είχαν μείνει εκτός Βουλής. Τώρα υπερέβησαν το 10%.

Υπάρχει, άραγε, ένας κοινός πολιτικός παρονομαστής που να ερμηνεύει την εντυπωσιακή εκλογική άνοδο των δύο κομμάτων που ενώ δεν ήταν στην προηγούμενη Βουλή κατέλαβαν την 3η και 4η θέση στην κατάταξη; Επιφανειακά, η αντιευρωπαϊκή και καθαρά δεξιά του AfD δεν έχει τίποτα το κοινό με τους κεντρώους νεοφιλελεύθερους Ελεύθερους Δημοκράτες.

Αν ξύσουμε, όμως, την επιφάνεια, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχει κοινός παρονομαστής. Ταυτοχρόνως με κλασικές νεοφιλελεύθερες θέσεις, οι σημερινοί Ελεύθεροι Δημοκράτες έχουν υιοθετήσει και θέσεις οικονομικού εθνικισμού, διαμορφώνοντας ένα ιδιότυπο ιδεολογικό κράμα.


Τί σημαίνουν όμως για την Ελλάδα τα χθεσινά αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών;

Αυτό μοιάζει αντιφατικό. Μία προσεκτική ματιά, ωστόσο, καταδεικνύει πως αυτή η επιλεκτική ιδιοτελής ιδεολογική-πολιτική σύζευξη είναι περισσότερο ή λιγότερο ο άτυπος, αλλά κυρίαρχος κοινός παρονομαστής στη Γερμανία. Ως εκ τούτου, περισσότερο ή λιγότερο χαρακτηρίζει τα βασικά συστημικά κόμματα. Απλώς, οι Ελεύθεροι Δημοκράτες πήγαν πιο μακριά προς αυτή την κατεύθυνση και ανταμείφθηκαν εκλογικά γι’ αυτό.

Οι Ελεύθεροι Δημοκράτες δηλώνουν ευρωπαϊστές, αλλά δεν κρύβουν πως θέλουν μία Ευρώπη κομμένη και ραμμένη στα μέτρα των γερμανικών συμφερόντων. Εξ ου και απέρριψαν κατηγορηματικά τη θέση του προέδρου Μακρόν για κοινό προϋπολογισμό της Ευρωζώνης. Κι όχι μόνο αυτό. Έσπευσαν να δηλώσουν πως η αποδοχή της δικής τους θέση επ’ αυτού από τη μελλοντική κυβέρνηση συνεργασίας είναι κόκκινη γραμμή.

Οι Ελεύθεροι Δημοκράτες αποκλείουν την καθ’ οιοδήποτε τρόπο μεταφορά πόρων από τη Γερμανία στην Ευρωζώνη. Γι’ αυτό είναι υπέρ του Grexit και αποκλείουν την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους. Με άλλα λόγια, υποστηρίζουν φωναχτά και χωρίς “ναι μεν αλλά” τη στρατηγική Σόιμπλε, η οποία, βεβαίως, αντανακλά τον τρόπο που αντιλαμβάνονται τα γερμανικά συμφέροντα κύκλοι των αρχουσών ελίτ.

Το δεξιό AfD υπηρετεί τον γερμανικό οικονομικό εθνικισμό με άλλο τρόπο. Θεωρεί πως η Γερμανία ό,τι είχε να πάρει από το ευρώ το έχει πάρει. Ως εκ τούτου πρέπει να το εγκαταλείψει, επειδή εφεξής θα υποχρεώνεται να πληρώνει.

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, υπάρχει κοινός παρονομαστής και ως εκ τούτου εκλεκτικές συγγένειες, έστω και αν αυτές δεν είναι ορατές εκ πρώτης όψεως. Η έστω και με σημαντικές απώλειες πρωτιά των Χριστιανοδημοκρατών, το αρνητικό εκλογικό ρεκόρ των Σοσιαλδημοκρατών, χωρίς να επωφεληθούν η Αριστερά και οι Πράσινοι, καθώς και ο υπερδιπλασιασμός του ποσοστού των Ελεύθερων Δημοκρατών και του AfD αποτυπώνουν την τάση της γερμανικής κοινωνίας προς τον οικονομικό εθνικισμό.

Ταυτοχρόνως αποτυπώνουν και την αρνητική στάση της έναντι της ανεκτικής πολιτικής που τήρησε η Μέρκελ (με τη σύμφωνη γνώμη των κυβερνητικών εταίρων της Σοσιαλδημοκρατών) στο ζήτημα του προσφυγικού-μεταναστευτικού ρεύματος. Το AfD, που έκανε προεκλογική σημαία την αντιμεταναστευτική πολιτική του, επιβραβεύθηκε, προσελκύοντας ψήφους όχι μόνο από την αποχή και τη Δεξιά, αλλά και από το Κέντρο και την Αριστερά.

Το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, σε συνδυασμό με τον οικονομικό εθνικισμό και κατ’ επέκτασιν με τη στάση στα ζητήματα της Ευρωζώνης, είναι οι βασικοί παράγοντες που διαμόρφωσαν το εκλογικό αποτέλεσμα στη Γερμανία. Αυτό είχε διαφανεί όχι μόνο από τις δημοσκοπήσεις, αλλά και πολιτικά τα τελευταία χρόνια.

Πέρα, όμως, από τις ερμηνείες, το εκλογικό αποτέλεσμα είναι δεδομένο και καθορίζει το πλαίσιο αναζήτησης της κυβερνητικής λύσης. Μετά την επώδυνη ήττα τους, θα ήταν πολιτική αυτοκτονία για τους Σοσιαλδημοκράτες να επαναλάβουν τον “μεγάλο συνασπισμό”. Με άλλα λόγια, ήταν μονόδρομος η απόφασή τους να μείνουν στην αντιπολίτευση, ελπίζοντας ότι αυτό θα τους βοηθήσει να ανασυγκροτηθούν πολιτικά και να ανακάμψουν.

Ως εκ τούτου και με δεδομένη την κοινοβουλευτική αριθμητική, η μόνη λύση είναι η κυβερνητική σύμπραξη των Χριστιανοδημοκρατών με τους Ελεύθερους Δημοκράτες και τους Πράσινους. Το πρόβλημα είναι ότι τα δύο μικρότερα κόμματα έχουν βαθιές διαφωνίες για μία σειρά κρίσιμων θεμάτων. Επειδή, ωστόσο, η πολιτική παράδοση καθιστά ακραία λύση την επανάληψη των εκλογών, το πιθανότερο είναι ότι μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις θα βρεθεί ένας κοινός τόπος για να γεφυρωθεί το χάσμα.

Το τριμερές αυτό κυβερνητικό σχήμα βολεύει την Μέρκελ. Το κόμμα της θα είναι ο κορμός της κυβέρνησης και έχοντας πολιτικά εκατέρωθεν τους δύο μικρότερους εταίρους θα μπορεί να χρησιμοποιεί τον έναν για να εξισορροπεί τις πιέσεις του άλλου. Επίσης, θα μπορεί να επικαλείται ειδικά τις θέσεις των Ελευθέρων Δημοκρατών και την ανάγκη επιβίωσης της κυβέρνησής της για να αποκρούσει τις πιέσεις του προέδρου Μακρόν και άλλων Ευρωπαίων ηγετών για ανεπιθύμητες και από την ίδια αλλαγές στην αρχιτεκτονική της Ευρωζώνης.

Τέλος, εγείρεται το ερώτημα εάν το εκλογικό αποτέλεσμα στη Γερμανία θα επηρεάσει τα ελληνικού ενδιαφέροντος θέματα. Προφανώς, η αναπόφευκτη μετατόπιση του κέντρου βάρους στην πολιτική σκηνή του Βερολίνου θα δυσκολέψει τις διαπραγματεύσεις για την επιδιωκόμενη από την Αθήνα ελάφρυνση του χρέους και καθαρή έξοδο από το Μνημόνιο. Επίσης, είναι ένα κίνητρο για την κυβέρνηση Τσίπρα να προσπαθήσει να ολοκληρώσει την 3η αξιολόγηση όσο θα διαρκούν οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό της νέας γερμανικής κυβέρνησης.

Κατά τα άλλα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όλα δείχνουν πως σταδιακά ο κόμπος φθάνει στο χτένι. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στενεύουν τα περιθώρια για πρόσκαιρους συμβιβασμούς, οι οποίοι ουσιαστικά μεταθέτουν χρονικά τη λύση του προβλήματος. Με άλλα λόγια, η ώρα της αλήθειας για όλους πλησιάζει.

Google+ Followers