Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

Τι δεν ξέρουμε για την πορνεία στη Βικτοριανή Εποχή


Μπορεί σήμερα η Ιστορία και τα ερωτικά λαϊκά μυθιστορήματα να απεικονίζουν τη βικτοριανή Αγγλία ως...
μια ιδιαιτέρως σεμνότυφη εποχή, 




η πραγματικότητα ήταν ωστόσο πολύ διαφορετική, καθώς μιλάμε για μια περίοδο που οι οίκοι ανοχής ήταν σαφώς περισσότεροι από τα σχολεία!

Οι σχετικοί υπολογισμοί εκτιμούν ότι περισσότερες από 80.000 γυναίκες έβγαζαν τα προς το ζην στο Λονδίνο εκδίδοντας τους εαυτούς τους, κάτι που αποκαλύπτει φυσικά πόση εμμονή είχαν με το σεξ οι λόρδοι και οι τζέντλεμαν μιας άλλης εποχής.

Κι ενώ οι ιερόδουλες είχαν ιδιαιτέρως κακή φήμη στα μεγάλα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας, λειτουργώντας ως παράδειγμα προς αποφυγή για τις κυρίες των τιμών, την ίδια ώρα η πορνεία και νόμιμη ήταν αλλά και καλοδεχούμενη από τους ίδιους κύκλους που την καταδίκαζαν δημόσια.

Για τους άντρες της ελίτ ήταν ο ιδανικότερος τρόπος να ξεφύγουν από τον διάχυτο πουριτανισμό και για τις ίδιες τις γυναίκες η μόνη επιλογή να κερδίσουν μεροκάματα που μόνο να ονειρεύονταν μπορούσαν…

Η πορνεία ήταν η πιο επικερδής γυναικεία εργασία


Οι μόνες ευκαιρίες για γυναικεία απασχόληση κατά τη Βικτοριανή Εποχή ήταν σε χαμηλά αμειβόμενα επαγγέλματα κάτω από επικίνδυνες και συχνά εξοντωτικές συνθήκες: από πλανόδιες πωλήτριες και εργάτριες στις φάμπρικες, η επαγγελματική προοπτική της γυναίκας μόνο ελπιδοφόρα δεν ήταν. Αν ήταν μάλιστα τυχερή, θα μπορούσε να ενταχθεί στο υπηρετικό προσωπικό κάποιας μεγαλοαστικής οικίας κι αυτό ήταν όλο.

Ακόμα και αυτές που είχαν μορφωθεί σε επαγγελματικές σχολές ως στενογράφοι και γραμματείς έβγαζαν δεν έβγαζαν 25 λίρες τον χρόνο(!), μηδαμινές απολαβές δηλαδή για να αναθρέψουν οικογένεια χωρίς την παρουσία συζύγου. Κι έτσι η πορνεία ήταν αναγκαστικά το μόνο νόμιμο επάγγελμα που εξασφάλιζε ζηλευτά μεροκάματα και οικονομική ανεξαρτησία, ιδιαίτερα για τις χαμηλές εισοδηματικές τάξεις και τα κορίτσια του λαού…


Τα τρία επίπεδα κατηγοριοποίησης των ιεροδούλων


Παρά το γεγονός ότι η δουλειά τους περιλάμβανε συνήθως τα ίδια καθήκοντα, δεν ήταν όλες οι γυναίκες της νύχτας ίδιες. Η χαμηλότερη κάστα των ιεροδούλων απαρτιζόταν από νεαρές και αμόρφωτες γυναίκες που εργάζονταν σε οίκους ανοχής και ήταν υποχρεωμένες να πλαγιάζουν με όλους ανεξαιρέτως, ζώντας συνήθως μέσα στη βρόμα και την εξαθλίωση.

Η μεσαία κατηγορία αποτελούνταν από ανεξάρτητες γυναίκες που διέθεταν τους δικούς τους χώρους, αλλά και από γυναίκες του πεζοδρομίου που είχαν αποκτήσει κάποια φήμη. Αυτές μπορούσαν να διαλέγουν τους πελάτες τους και ήταν ανεξάρτητες από μαντάμ και προαγωγούς, χάνοντας όμως έτσι σε όρους προστασίας αλλά και υγείας.

Η τρίτη και υψηλότερη κάστα ιεροδούλων απαρτιζόταν από όμορφες, καλλίγραμμες και μορφωμένες γυναίκες που μπορούσαν να σταθούν στο πλάι του αριστοκράτη και του βουλευτή με τις κοινωνικές τους δεξιότητες και τους καλούς τους τρόπους. Αυτές λειτουργούσαν συχνά ως μισθωμένες ερωμένες ενός και πολλές κατέληγαν μάλιστα να παντρεύονται τους ευεργέτες τους…



Ακόμα και οι παντρεμένες δεν έλεγαν όχι στον πληρωμένο έρωτα


Καθώς όλες οι άλλες γυναικείες δουλειές δεν έβγαζαν τα προς το ζην, δεν ήταν καθόλου σπάνιο οι γυναίκες της εργατικής τάξης να παρέχουν κι άλλες υπηρεσίες με το κατάλληλο τίμημα. Ιδιαίτερα οι σύζυγοι των πλανόδιων πωλητών συνήθιζαν να πουλούν το κορμί τους στο περιθώριο της επίσημης εργασίας τους στο πλευρό των αντρών τους, οι οποίοι δεν είχαν εξάλλου κανένα πρόβλημα να δανείζουν τη γυναίκα τους σε παχυλά πορτοφόλια.

Όπως λέγεται, το 50% των γυναικών των πλανόδιων πωλητών εκδίδονταν με τιμή και καμάρι, καθώς έτσι συνέβαλαν τα μέγιστα στον πενιχρό οικογενειακό προϋπολογισμό. Στο πιο ακραίο σενάριο αυτής της περίπτωσης, ο σύζυγος λειτουργούσε ως προαγωγός της γυναίκας του, πουλώντας τη ως σεξουαλική σκλάβα όπου και όποτε ήθελε.

Αλλά και ανύπαντρες κυρίες της εργατικής τάξης με κακοπληρωμένες δουλειές (μοδίστρες, πωλήτριες εμπορικών καταστημάτων και οικιακές βοηθοί) συμπλήρωναν τις πενιχρές απολαβές τους με «ροζ» χρήματα, αν και εδώ η υποκρισία της κοινωνίας ήταν πρόδηλη, αφού η απώλεια της παρθενίας πριν από τον γάμο καταδίκαζε τη νεαρή στην αιώνια πορνεία…


Η παιδική πορνεία ήταν νόμιμη


Κατά τη Βικτοριανή Εποχή, η ηλικία της συναίνεσης ήταν μόλις τα 13 χρόνια ζωής, όπως ήταν εξάλλου και το όριο για την επίσης νόμιμη παιδική εργασία. Κι έτσι πολλές μικροαστικές οικογένειες πουλούσαν τα παιδιά τους ως εμπορεύματα καθώς δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τα συντηρήσουν. Ακόμα και μικρότερης ηλικίας παιδιά 11 ή 12 ετών που μπορούσαν να περάσουν εύκολα για δεκατριών δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να βγουν στο πεζοδρόμιο κάτω από τις πατρικές ευλογίες.

Χαρακτηριστικός εδώ είναι ο βρετανός εκδότης Ουίλιαμ Τόμας Στιντ, ο πιονέρος της αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας που με τη «νέα δημοσιογραφία» του έγινε προάγγελος του σημερινού σκανδαλοθηρικού Τύπου και έβαλε σκοπό να ξεσκεπάσει τη διαφθορά της βικτοριανής κοινωνίας και το πρόβλημα της παιδικής πορνείας στο Λονδίνο. Ο Στιντ κανόνισε λοιπόν με ένα ζευγάρι αλκοολικών γονέων να του πουλήσουν την παρθενιά της 13χρονης κόρης τους έναντι 5 λιρών για να δείξει πόσο εύκολο ήταν να αγοράσει κανείς στο Λονδίνο ένα παιδί ως σεξουαλικό σκλάβο.

Η «Λίλι», όπως την ονόμασε ο μεγαλοδημοσιογράφος στο άρθρο του, υποβλήθηκε σε ιατρική εξέταση για να εξακριβωθεί η παρθενιά της και ο ίδιος ο γιατρός συμβούλευσε τον πελάτη να τη «ναρκώσει με χλωροφόρμιο» ώστε να είναι αναίσθητη κατά τη σεξουαλική πράξη και να μη νιώθει πόνο. Το βικτοριανό κοινό συγκλονίστηκε όταν διάβασε το αποκαλυπτικό άρθρο του Στιντ, το οποίο οδήγησε λίγο αργότερα στο νομοθετικό διάταγμα του 1885 που ανέβασε το όριο της ηλικίας συναίνεσης στα 16 έτη. Ο ίδιος ο Στιντ ανταμείφθηκε με Νόμπελ Ειρήνης…


Οι διαφημιστικοί κατάλογοι με τις ιερόδουλες


Οι μεγαλοαστοί της βικτοριανής κοινωνίας μπορούσαν να χαζεύουν με τις ώρες τις μπροσούρες με τις ιερόδουλες, πλήρεις καταλόγους δηλαδή με φυσικά χαρακτηριστικά και βιογραφικά στοιχεία, ώστε να διαλέξουν την ιδανική για τις εκάστοτε σεξουαλικές ανάγκες τους. Τα βιβλιαράκια αυτά περιείχαν ηλικίες, εξωτερικές περιγραφές, στοιχεία προσωπικότητας και άλλα πολλά και ενδιαφέροντα για την εκάστοτε ιερόδουλη, συν την τιμή της φυσικά, που κυμαινόταν από 2-3 λίρες μέχρι και 5 λίρες αν ήταν παρθένα.

Αυτοί οι «Νυχτερινοί Οδηγοί της Μητρόπολης», όπως ονομάζονταν συνήθως, ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλείς στους τουρίστες, μιας και η πορνεία ήταν άλλη μια ατραξιόν για τον νεαρό και ευκατάστατο ταξιδιώτη που κατέφτανε μόνος στην πρωτεύουσα της Αγγλίας. Οι τουριστικοί αυτοί οδηγοί της παρακμής παρείχαν επίσης πληροφορίες για πολυτελείς οίκους ανοχής, λέσχες τζόγου και παμπ φυσικά…


Ο Κάρολος Ντίκενς και τα γυναικεία αναμορφωτήρια


Ήταν το 1847 όταν ο Ντίκενς, από κοινού με μια ζάμπλουτη φιλάνθρωπο, έβαλαν το χέρι βαθιά στην τσέπη για να ιδρύσουν ένα καταφύγιο για ιερόδουλες, πρώην κρατούμενες και τροφίμους πτωχοκομείων με σκοπό να τις βοηθήσουν να ξεφύγουν από την τραγικότητα των ζωών τους. Ο σκοπός του Urania Cottage, όπως το είπαν, ήταν να τους διδάξει κοινωνικές δεξιότητες αλλά και επαγγελματικές ικανότητες ώστε να στραφούν σε άλλες ασχολίες.

Ο Ντίκενς δημοσίευσε μια μπροσούρα που καλούσε τις γυναίκες της νύχτας να αλλάξουν ζωή και έβαλε μάλιστα στα μυθιστορήματά του πολλούς χαρακτήρες που έμοιαζαν με ιερόδουλες, αλλάζοντας κάποια στιγμή τον τρόπο που υποδεχόταν η βικτοριανή κοινωνία την πορνεία: πλέον ήταν θύματα μιας εποχής παρά πονηρές γυναίκες που κυνηγούσαν το εύκολο κέρδος.




Την ίδια ώρα, παρά το γεγονός ότι η πορνεία ήταν νόμιμη, οι ιερόδουλες συλλαμβάνονταν συνεχώς για παράπλευρα αδικήματα (δημόσια μέθη και συνωστισμό στους δρόμους, για παράδειγμα, που ήταν παράνομα μέχρι το 1847), πολλά εκ των οποίων σε έφερναν πίσω από τα κάγκελα για μπόλικους μήνες. Αν μια ιερόδουλη έπεφτε στα χέρια των Αρχών λοιπόν, τότε τοποθετούνταν σε ειδικά αναμορφωτήρια, συνήθως εκκλησιαστικά, που διατηρούσαν εχθρικά αισθήματα απέναντι στην πορνεία θεωρώντας τη μια εξευτελιστική και εγωιστική πράξη.

Γι’ αυτό και για τις γυναίκες της νύχτας αυτά τα αναμορφωτήρια ήταν σαφώς χειρότερα από την παραδοσιακή φυλακή, αφού παρέμεναν εκεί για τουλάχιστον δύο χρόνια προκειμένου να «θεραπευτούν» από τους ακόλαστους εαυτούς τους. Όταν δεν ζητούσαν συγγνώμη από τον Θεό για τα κρίματά τους, σηκώνονταν στις 5:00 τα ξημερώματα, προσεύχονταν τέσσερις φορές τη μέρα, εκκλησιάζονταν άλλες δύο και απασχολούνταν σε βαριές χειρωνακτικές δουλειές…