Τρίτη, 25 Ιουνίου 2019

Δίκη Χρυσής Αυγής: «Έφταιγε η κακιά στιγμή, οικογενειάρχης ο Ρουπακιάς»


Έντονα αντέδρασε η Μάγδα Φύσσα όταν ο κατηγορούμενος ως συνοδηγός του Γιώργου Ρουπακιά το βράδυ της δολοφονίας ...
του Παύλου Φύσσα, Ιωάννης Καζαντζόγλου, ισχυρίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου πως δεν γνώριζε τον μουσικό.




Ο 38χρονος Καζαντζόγλου απέδωσε τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα στην «κακιά στιγμή», ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της Μάγδας Φύσσα που φώναξε «Καζαντζόγλου, δεν τον ήξερες ρε; Θα σου φέρω δέκα που θα πουν ότι τον ήξερες… Ρουπακιά, ήσουν εκεί ρε ή δεν ήσουν;».

O 38χρονος που διατηρούσε σχέση με την κόρη του Γιώργου Ρουπακιά χαρακτήρισε τον καθ’ ομολογία δολοφόνο «οικογενειάρχη, ήρεμο άνθρωπο» που «βοηθούσε στα πάντα. Θεωρώ ότι το γεγονός οφείλεται σε μία κακιά στιγμή. Αιφνιδιάστηκε. Τον τραβούσαν να τον βγάλουν από το αυτοκίνητο και αντέδρασε με αυτό τον τρόπο που εγώ τον κατακρίνω. Φεύγεις, δεν μένεις».

Ο Καζαντζόγλου υποστήριξε κατά την απολογία του, πως ουδέποτε συμμετείχε ή άκουσε για συμπλοκή μέχρι το πρωί της 18ης Σεπτεμβρίου, καθώς και το μοιραίο βράδυ είχε πάει μόνος του να πετάξει «τρικάκια» της Χρυσής Αυγής, τα οποία του είχε δώσει ο Ρουπακιάς λίγα λεπτά νωρίτερα.

Ο 38χρονος αν και παραδέχτηκε πως έλαβε μήνυμα – κάλεσμα για να πάει στην Τοπική της Νίκαιας επέμεινε πως δεν ήταν εκείνος που συνόδευε τον Γιώργο Ρουπακιά, φορώντας μια λευκή φόρμα.

Όπως είπε, είχε ξεχάσει το κινητό του πάνω στο καπό του αυτοκινήτου του Ρουπακιά επιχειρώντας να δικαιολογήσει πως βρέθηκε στο ντουλαπάκι του οχήματος.

Σε αντιφάσεις έπεσε ο κατηγορούμενος και όταν κλήθηκε να απαντήσει πως ο Ρουπακιας τον τοποθετεί στην Αμφιάλη το βράδυ της δολοφονίας, ενώ ο Άγγος πριν λίγες ημέρες είπε ότι ο Καζαντζόγλου ήταν ο μόνος που ενημερώθηκε από τον ίδιο πως κάποια άτομα τον ενοχλούσαν στην καφετέρια «Κοράλλι».

Ο 38χρονος απολογούμενος αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ενημέρωσε το τάγμα εφόδου της Νίκαιας και στη συνέχεια συνόδευε τον Γιώργο Ρουπακιά ενώ επιχείρησε να διαψεύσει τις αναφορές δυο προστατευόμενων μαρτύρων, τους οποίους χαρακτήρισε «προβληματικούς», ότι ο 34χρονος μουσικός είχε στοχοποιηθεί από τη Χρυσή Αυγή, μήνες πριν το έγκλημα.

«Ο προστατευόμενος είτε εκπροσωπεί πολιτικά συμφέροντα είτε έχει πάρει χρήματα. Είναι ψυχοπαθής, έχει νοσηλευτεί. Τον ξέρουμε ποιος είναι. Ο άλλος μάρτυρας είναι φαντασιόπληκτος. Κυκλοφορούσε σαν μπράβος. Εδώ πήγε και είπε πως ήταν στη δολοφονία του Φιλόππουλου και τον μάζεψαν σηκωτό, χωρίς να είναι. Έτσι τα λέει…» ανέφερε χαρακτηριστικά ο κατηγορούμενος.

Νωρίτερα ο Καζαντζόγλου μίλησε για τα επεισόδια στον Μελιγαλά το 2012, την περίφημη κατασκήνωση στον ποταμό Νέδα ενώ δήλωσε αδυναμία να θυμηθεί για τις αιματηρές επιθέσεις στο ΠΑΜΕ και στο Συνεργείο.

Αναφερόμενος στο θέμα των στολών που χρησιμοποιούσαν τα μέλη της Χρυσής Αυγής ο Καζαντζόγλου είπε πως η ενδυμασία δεν ήταν συγκεκριμένη: «Είχε ξεκινήσει για να υπάρχει μια ομοιομορφία γιατί άρεσε και πούλαγε. Είπαμε να το σταματήσουμε αλλά μας πρόλαβαν κάποια γεγονότα... ».

Για την κατασκήνωση στον ποταμό Νέδα ο κατηγορούμενος υποστήριξε πως ήταν μία εκδρομή που οργάνωσε ο πυρηνάρχης της Νίκαιας, Γ. Πατέλης, και περιελάμβανε αναρρίχηση, κάποια ιδεολογική επικαιρότητα και όπλα paintball, αεροβόλα στην ουσία, τα οποία «δεν τα χρησιμοποιήσαμε γιατί είχαν μπαταρίες».

Σύμφωνα με τον Καζαντζόγλου, έγιναν και διαδικασίες τελετουργικού, όπου ο Γ. Τσακανίκας (κατηγορούμενος) διάβασε τον όρκο των Σαλαμινομάχων. «Ανάψαμε δύο δάδες και μερικά κεριά σαν τους αρχαίους Έλληνες. Μία αντιγραφή αρχαίας τελετουργίας ήταν» είπε. Αναφορικά με τις φωτογραφίες στον Νέδα, όπου ο κατηγορούμενος με άλλα άτομα στέκονται μπροστα από μία σημαία των SS και την ελληνική, κρατώντας όπλα, ο ίδιος σημείωσε ότι ήταν για «χλευασμό».


«Έγινε προβοκάτσια»

Έπειτα κατέθεσε ο 45χρονος Ελπίδης Καλαρίτης ο οποίος κατηγορείται πως ήταν μέλος του τάγματος εφόδου που επιτέθηκε στην παρέα του Παύλου Φύσσα το βράδυ της δολοφονίας.

Ο ίδιος υποστήριξε ότι ήταν συνεχώς στο σπίτι του το μοιραίο βράδυ και ότι βγήκε μόνο το επόμενο πρωί για να πάει στο σχολείο τα παιδιά του.

«Η Χρυσή Αυγή ήταν ανερχόμενο κόμμα και φοβόμασταν ένα τέτοιο γεγονός, μια προβοκάτσια. Και έτσι έγινε. Μπλέξαμε όλοι» ανέφερε.

Όταν κλήθηκε να εξηγήσει τις δεκάδες τηλεφωνικές κλήσεις που έχουν καταγραφεί με τους συγκατηγορουμένους του ισχυρίστηκε πως μιλούσαν για άσχετα θέματα και έκανε λόγο για «σατανική σύμπτωση».

Η δίκη συνεχίζεται την Τρίτη 24 Ιουνίου.

Οι δύο πρώτες καταθέσεις 

Ο Ιωάννης Άγγος, μέλος της ομάδας ασφαλείας της τοπικής οργάνωσης Νίκαιας, που κατηγορείται για ένταξη σε εγκληματική οργάνωση και συνέργεια στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ήταν ο πρώτος που κατέθεσε στη δίκη της Χρυσής Αυγής.

Ο Άγγος παραδέχτηκε ενώπιον του δικαστηρίου και μετά από επίμονες ερωτήσεις της προέδρου, Μαρίας Λεπενιώτη, πως ήταν ο άνθρωπος που πραγματοποίησε το πρώτο και κρίσιμο τηλεφώνημα από την καφετέρια «Κοράλλι» στο Κερατσίνι, το οποίο είχε ως συνέπεια τη συγκρότηση Τάγματος Εφόδου το οποίο επιτέθηκε στον Παύλο Φύσσα.

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, ο Άγγος ειδοποίησε τον Iωάννη Καζαντζόγλου, στέλεχος της Τοπικής Νίκαιας, ο οποίος φέρεται να μίλησε στον Ιωάννη Πατέλη, πυρηνάρχη της Χρυσής Αυγής στη Νίκαια, που ειδοποίησε τον πρώην βουλευτή και νυν ευρωβουλευτή, Γιάννη Λαγό, με συνέπεια να σταλεί ομαδικό μήνυμα στα στελέχη της οργάνωσης στη Νίκαια.

Ο Άγγος είπε ενώπιον του δικαστηρίου πως «δεν έχει πρόβλημα» με τη Χρυσή Αυγή μετά από όσα έχουν συμβεί. «Κατακρίνω το γεγονός που έχει γίνει αλλά δεν έχω πρόβλημα να είμαι Χρυσή Αυγή», ανέφερε.

Σε ερώτηση για το αν φοβάται, απάντησε: «Και επειδή με ρώτησε τότε η ανακρίτρια αν φοβάμαι, δεν έχω λόγο να φοβάμαι κάτι».

Στην κατάθεσή του ο Τάσος Αναδιώτης που κατηγορείται πως ήταν μέλος του τάγματος εφόδου αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε σχέση με τη δολοφονία Φύσσα, ισχυριζόμενος ενώπιον του δικαστηρίου πως βρέθηκε συμπτωματικά στα σημεία. Είπε επίσης πως οι τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε δεν είχαν σχέση με τον Παύλο Φύσσα αφού συζητούσε για θέματα που αφορούν την καθημερινότητα.

Ταυτόχρονα, ο νεαρός κατηγορούμενος αφενός υποστήριξε ότι δεν γνώριζε τον μουσικό και αφετέρου ανέφερε πως είδε για πρώτη φορά τον καθ´ομολογία δολοφόνο του στο δικαστήριο.

Στη βροχή των ερωτήσεων που δέχθηκε για τα δεκάδες τηλεφωνήματα που είχε εκείνο το βράδυ, υποστήριξε πως επρόκειτο για συζητήσεις τους άσχετες με τον Παύλο Φύσσα, αναφέροντας «έμαθα τι είχε γίνει την άλλη μέρα από τα κανάλια. Δεν ήξερα ούτε τον έναν ούτε τον άλλον», προσθέτοντας «στο τηλέφωνο λέγαμε ανούσια πράγματα της καθημερινότητας».

Σε ερώτηση της προέδρου του δικαστηρίου, Μαρίας Λεπενιώτη, για το αν έχει σχέσεις με τη Χρυσή Αυγή ο Αναδιώτης είπε: «Όχι, άλλωστε έχω περιοριστικούς όρους να μην έχω σχέσεις με συγκατηγορουμένους μου. (…) Αν ψηφίζω ή όχι Χρυσή Αυγή είναι προσωπικό μου θέμα. Η καθημερινότητα μου με εμποδίζει να ασχοληθώ».

Σε ερώτηση γιατί βρέθηκε στο νοσοκομείο όπου μετέφεραν τον Παύλο Φύσσα, είπε πως είχε πάει να συμπαρασταθεί σε έναν φίλο του, το οποίο το επώνυμο δεν ήξερε, του οποίου η γιαγιά νοσηλευόταν. Για να ενισχύσει τον ισχυρισμό του προσκόμισε το πιστοποιητικό θανάτου ηλικιωμένης γυναίκας που έφυγε από τη ζωή εκείνο το πρωί.

Σχετικά με τις αντιφάσεις που εντόπισαν οι δικαστές ο 29χρονος ανέφερε πως σε πολλές περιπτώσεις όσα είπε «δεν τα είχαν διατυπώσει σωστά». Μάλιστα επικαλέστηκε και το νεαρό της ηλικίας του λέγοντας πως ο ίδιος δεν είχε εμπλακεί ποτέ σε «τσαμπουκάδες».

«Ήταν πολύ χοντρό αυτό που έγινε σε εμένα. Προφυλακίστηκα χωρίς να ξέρω το λόγο», ανέφερε τονίζοντας πως ουδέποτε έλαβε μήνυμα – κάλεσμα από την Τοπική της Νίκαιας το βράδυ της δολοφονίας. Ωστόσο, παραδέχτηκε πως είχε μιλήσει με τον φίλο και συγκατηγορουμενό του ο οποίος φέρεται να ειδοποίησε το «τάγμα εφόδου» ισχυριζόμενος πως η συζήτηση τους αφορούσε άλλα θέματα.

Ο Αναδιώτης είπε πως δεν γνώριζε τον Παύλο Φύσσα «ούτε το όνομα ούτε φατσικά».

Για τις φωτογραφίες ναζιστικού περιεχομένου που βρέθηκαν στον υπολογιστή του είπε πως τις είχε κατεβάσει από «ιστορικό ενδιαφέρον» και ανέφερε πως «είχα και άλλες τον Βελουχιώτη και τον Στάλιν».

Νωρίτερα είχε ολοκληρώσει την απολογία του ο Ιωάννης Άγγος ο οποίος αρνήθηκε πως ήταν εκείνος που κινητοποίησε το «τάγμα εφόδου» το βράδυ της δολοφονίας Φύσσα.

Αντιστοιχισμένο περιεχόμενο