Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2013

Penthouse. Η άνοδος και η πτώση του εκδότη Μπομπ Γκουτσιόνε, που προκάλεσε με το απόλυτο γυμνό

Δύο εξώφυλλα του περιοδικού Penthouse έκαναν πάταγο τη δεκαετία του ’80 και εκτόξευσαν στα ύψη τα κέρδη του εκδότη Μπόμπ Γκουτσιόνε.

Το ένα τεύχος ήταν... με τις γυμνές φωτογραφίες της Μαντόνα. Ο εκδότης είχε ανακαλύψει άγνωστες πόζες της, από την εποχή που ήταν άσημη χορεύτρια και φωτογραφιζόταν ως γυμνό μοντέλο.

Τον ίδιο σάλο είχε προκαλέσει και το τεύχος, όπου δημοσιεύτηκαν γυμνές πόζες της Βανέσα Ουίλιαμς, με αποτέλεσμα η πρώτη μαύρη Αμερικανίδα νικήτρια καλλιστείων, να χάσει το στέμμα της.

Ήταν η εποχή, που ο ιδρυτής του ερωτικού περιοδικού είδε την προσωπική του περιουσία, να φτάνει τα 400 εκατομμύρια δολάρια και οι πωλήσεις του περιοδικού, να ξεπερνούν τα 5 εκατομμύρια τεύχη μηνιαίως.


Και όμως, ο Μπόμπ Γκουτσιόνε, το παιδί της καθολικής οικογένειας, που προοριζόταν για ιερέας και τελικά έγινε αυτοκράτορας του σεξ, κατέληξε πάλι ένας μικρό-εκδότης, εξαιτίας των αποτυχημένων επενδύσεων που έκανε.

Το 1965 πήρε δάνειο μόλις 1.170 δολάρια, για να κυκλοφορήσει στην Αγγλία, το πρώτο τεύχος του Penthouse, ως αντίπαλο δέος στο Playboy.

Ο Χιού Χέφνερ απευθυνόταν σε υψηλού επιπέδου αναγνώστες, προτείνοντας στιλ και καλλιτεχνικό ερωτισμό.

Αντίθετα, ο Γκουτσιόνε τα έδειχνε όλα.


Αν και αρχικά οι κοπέλες έμοιαζαν με πίνακες, στη συνέχεια δεν έκρυβε τίποτα και για αυτό τον κατηγορούσαν ως χυδαιολόγο.

Ήταν ο πρώτος που έδειξε γεννητικά όργανα της γυναίκας και αργότερα του άνδρα. Ο ίδιος πίστευε, ότι ακολουθούσε και βοηθούσε την σεξουαλική απελευθέρωση των ’60s.

Τα κείμενα ήταν απλά και κατανοητά στον μέσο αναγνώστη και αμφισβητούσε ευθέως τις κλασικές ηθικές αξίες των συντηρητικών.

Φυσικά, δεν αρνιόταν ότι φωτογράφιζε από τη γωνία του ηδονοβλεψία και ήξερε ότι ο κόσμος αγοράζει το περιοδικό, για να δει τα γυμνά κορμιά ωραίων γυναικών.


Τα πρώτα χρόνια, που δεν υπήρχαν πολλά χρήματα, ο ίδιος ήταν ο φωτογράφος του περιοδικού.

Άλλωστε, είχε καλλιτεχνική παιδεία. Για να την αποκτήσει, έφυγε από τον πρώτο γάμο, που είχε κάνει σε ηλικία 18 ετών, σχεδόν «τρέχοντας».

Παράτησε τη γυναίκα και την κόρη του, για να σπουδάσει ζωγραφική στην Ιταλία, όπου γνωρίστηκε με σημαντικούς διανοούμενους, όπως ο Μπάροουζ.

Όταν αργότερα πλούτισε, γέμισε τους τοίχους της βίλας του με πανάκριβους πίνακες των Ελ Γκρέκο, Πικάσο, Βαν Γκογκ, Μοντιλιάνι, Μποτιτσέλι, Ματίς, Ντεγκά, Ρενουά και Νταλί.


Η αξία τους ξεπερνούσε τα 150 εκατομμύρια δολάρια και θεωρείτο σημαντικός συλλέκτης.

Το όνειρό του ήταν, να γυρίσει μια ταινία. Το πραγματοποίησε το 1979, όταν έγινε παραγωγός στον «Καλιγούλα», όπου επένδυσε 17 εκατομμύρια δολάρια.

Παρά τα μεγάλα ονόματα που συμμετείχαν στην ταινία, όπως οι: Έλεν Μίρεν, Πίτερ Ο” Τουλ, Μάλκολμ ΜακΝτάουελ, δεν έκανε καλές εισπράξεις, καθώς η Αμερική δεν ήταν έτοιμη για τολμηρές main stream ταινίες.

Πίστευε ότι μπορούσε να τραβήξει και αυτό το χαρτί, αλλά αυτή τη φορά «κάηκε».


Ο Μπόμπ Γκουτσιόνε ήταν απρόβλεπτος. Δεν ήταν της κοσμικής ζωής και δεν ξενυχτούσε.

Φορούσε πάντα στενά δερμάτινα παντελόνια και φαίνονταν οι αλυσίδες, που κρέμονταν στον λαιμό του, επειδή του άρεσαν τα ξεκούμπωτα πουκάμισα.

Η πτώση του ήρθε τη δεκαετία του ’90, όταν «έριξε» λεφτά στα καζίνο και στην πυρηνική ενέργεια.

Οι αποτυχημένες επενδύσεις, σε συνδυασμό με την πτώση στις πωλήσεις των περιοδικών του ομίλου του, τον έφεραν στο χείλος της καταστροφής.


Άλλωστε, δεν τον βοηθούσε πια και ο χαρακτήρας του, καθώς είχε γίνει δύστροπος και πίστευε ότι ήξερε τα πάντα, βάζοντας φρένο στη δημιουργικότητα των συνεργατών του.

Το 2003, ξεπούλησε τα έργα τέχνης, που με αγάπη είχε αγοράσει.

Έμαθε και αυτός με τον άσχημο τρόπο, ότι ένας πίνακας ανήκει σε κάποιον ιδιώτη προσωρινά, και μόνο για όσο έχει χρήματα.

Ο Μπόμπ Γκουτσιόνε πέθανε το 2010 από καρκίνο.

Ήταν σχεδόν 80 ετών και, αν μη τι άλλο, έζησε μια πλούσια ζωή.

Αντιστοιχισμένο περιεχόμενο

Συνεργαζόμενα Blogs