Κυριακή 7 Ιανουαρίου 2018

WWF: Αρκούν οι νόμοι για να προστατευτεί το περιβάλλον;


Κάθε χρόνο, στις ετήσιες εκθέσεις του WWF Ελλάς για τους περιβαλλοντικούς νόμους,...
δείχνουμε πως αναμφισβήτητο αναπτυξιακό προτέρημα για μια οικονομία είναι η ισχυρή περιβαλλοντική νομοθεσία.




Η θέση αυτή ενισχύεται από όλες τις σχετικές με την ανάπτυξη εκθέσεις διεθνώς οργανισμών, όπως η έκθεση του ΟΟΣΑ “Measuring environmental policy stringency in OECD countries” (2014), στην οποία αποτιμάται το κόστος και όφελος που προκύπτει από τις αυστηρές περιβαλλοντικές ρυθμίσεις για τις οικονομίες των χωρών μελών του οργανισμού. Με αυτή τη σημαντική διακρατική ανάλυση της οικονομικής διάστασης των περιβαλλοντικών πολιτικών, ο ΟΟΣΑ αποδεικνύει πως δεν ευσταθεί η διαδεδομένη άποψη ότι οι κανονιστικές ρυθμίσεις προστασίας του περιβάλλοντος είναι «ακριβές» για την οικονομία και την παραγωγικότητα. 

Η αυστηρότητα των ισχυουσών περιβαλλοντικών ρυθμίσεων σε 15 χώρες του ΟΟΣΑ παρουσιάζεται στο παρακάτω ενδιαφέρον γράφημα του The Economist. Όπως προκύπτει από αυτό, μερικές από τις πλέον ανταγωνιστικές και παραγωγικές οικονομίες, με πρώτες τη Δανία, την Ολλανδία, τη Νορβηγία και τη Γερμανία, έχουν τις πιο αυστηρές περιβαλλοντικές ρυθμίσεις (ιδίως σε σχέση με τη ρύπανση και τη διαχείριση εκπομπών και αποβλήτων) με το μεγαλύτερο οικονομικό κόστος. 

Συγκρίνοντας τις τέσσερις πρώτες χώρες της έκθεσης του ΟΟΣΑ και την Ελλάδα με την πρόσφατη έκθεση για την ανταγωνιστικότητα (global competitiveness report) 2017 - 2018 του World Economic Forum, βλέπουμε ότι η θέση τους στον παγκόσμιο χάρτη ανταγωνιστικότητας είναι: Δανία (12), Ολλανδία (4), Νορβηγία (11), Γερμανία (5), Ελλάδα (86). 

Επειδή όμως η προστασία του περιβάλλοντος, ιδιαίτερα της βιοποικιλότητας δεν μπορεί να αποτελεί μόνο οικονομικής αξίας πρόταγμα, είναι σημαντικό να καταγράφονται ως νίκες και οι αρκετές περιπτώσεις απειλούμενων ειδών των οποίων οι πληθυσμοί ανέκαμψαν ως αποτέλεσμα συντονισμένων ενεργιών προστασίας που έγιναν δυνατές στο πλαίσιο εφαρμογής σχετικής προστατευτικής νομοθεσίας. 

Το κυρίαρχο ζητούμενο δεν είναι πλέον η θέσπιση κανόνων δικαίου για την προστασία συγκεκριμένων στοιχείων του περιβάλλοντος που με βάση επιστημονικές έρευνες έχει κριθεί ότι κινδυνεύουν με εξαφάνιση ή έχουν εξέχουσα οικολογική σημασία. 

Με δεδομένη την ταχύτητα εξέλιξης της κλιματικής αλλαγής που πλέον θεωρείται ως κορυφαία απειλή για την παγκόσμια σταθερότητα και ασφάλεια, και την ταχύτατη απώλεια ειδών και φυσικών περιοχών μεγάλης οικολογικής αξίας, είναι ανάγκη να καλυφθούν άμεσα τα νομικά και θεσμικά κενά ώστε να επιτευχθεί ολοκληρωμένη και αποτελεσματική προστασία του φυσικού πλούτου. 

Σε έρευνά τους που δημοσιεύθηκε τον Μάιο του 2017, οι κορυφαίοι βιολόγοι Gerardo Ceballos, Paul R. Ehrlich και Rodolfo Dirzo σημαίνουν συναγερμό, μιλώντας για «βιολογικό αφανισμό μέσω της υπό εξέλιξη έκτης μαζικής εξαφάνισης που δηλώνουν οι απώλειες και μειώσεις πληθυσμών σπονδυλοζώων».[1] H έκτη περίοδος μαζικής εξαφάνισης ειδών από τη Γη ήδη συμβαίνει. 

Ως λύση μπροστά στην κρίση της «έκτης μαζικής εξαφάνισης», ο βιολόγος Edward O. Wilson, ‘πατέρας’ του όρου ‘βιοποικιλότητα’, καλεί από το 2016 τη διεθνή κοινότητα σε αγώνα για «μισή Γη».[2] Στο βιβλίο, ο Γουίλσον υποστηρίζει πως μόνος τρόπος για να αποφευχθεί η μαζική εξαφάνιση είναι να χαρακτηρισθεί ως αυστηρά προστατευόμενη η μισή έκταση του πλανήτη. 

Προκύπτει λοιπόν αβίαστα το ερώτημα: αρκεί η περιβαλλοντική νομοθεσία και η σωστή εφαρμογή της για να προστατεύσει αποτελεσματικά το περιβάλλον ως κοινό αγαθό και να εγγυηθεί τη διαγενεακή δικαιοσύνη, διατηρώντας για τις επόμενες γενιές ανθρώπων τη φυσική κληρονομιά ως βάση για καλή ποιότητα ζωής; 

Τέτοια ερωτήματα έρχονται συνέχεια στο προσκήνιο, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις περιβαλλοντικής υποβάθμισης που αδειοδοτείται και είναι νόμιμη με βάση το ισχύον περιβαλλοντικό δίκαιο. Πόση απώλεια δάσους ή παράκτιας ζώνης ή ατόμων ενός είδους ζώου είναι ανεκτή με πρόταγμα την ανάπτυξη πόλεων, οικονομικών χρήσεων, ή ακόμα και μεμονωμένων επενδυτικών σχεδίων; 

Ειδικά σε περιόδους παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, όπως συμβαίνει από το 2010 στην Ελλάδα, το δίλημμα «περιβάλλον ή ανάπτυξη;» προβάλλεται ισχυρά ως πολιτική τροχιοδεικτική βολή για χαλάρωση του περιβαλλοντικού ρυθμιστικού πλαισίου και κεκτημένου. 

Παράδειγμα επενδυτικού σχεδίου μεγάλης περιβαλλοντικής επίπτωσης, που όμως δικαστικά έχει επανειλημμένα κριθεί νόμιμο, είναι η μεταλλευτική δραστηριότητα της εταιρείας «Ελληνικός Χρυσός Α.Ε.» στην Ανατολική Χαλκιδική, η οποία έχει επίπτωση σε περιοχή που καλυπτόταν από καλής οικολογικής κατάστασης και σημαντικής οικολογικής αξίας δάση.[3] Στην περίπτωση της ανάπτυξης μεταλλείων χρυσού στη Χαλκιδική, οι κοινωνικές αντιδράσεις οι οποίες έχουν λάβει διεθνείς διαστάσεις, φέρνουν στο φως ουσιαστικής σημασίας ερωτήματα σχετικά με τη συνολική ωφέλεια και τη συμβολή του επενδυτικού σχεδίου στη διαμόρφωση των συνθηκών για πραγματικά και μακρόπνοα βιώσιμη ανάπτυξη και ζωντανή οικονομία. 

Άλλο παράδειγμα είναι το Όρος Γκιώνα, το οποίο μάλιστα έχει συμπεριληφθεί στο πανευρωπαϊκό δίκτυο Natura 2000, ακριβώς λόγω της αδιαμφισβήτητης οικολογικής του αξίας και έχει χαρακτηριστεί ως ένας από τους δέκα χλωριδικούς παραδείσους της Μεσογείου.[4] Η εκτεταμένη μεταλλευτική δραστηριότητα έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στο βουνό και έχει προκαλέσει ανεπανόρθωτη υποβάθμιση σε τοπία εξαιρετικής ομορφιάς, ενώ οι παρεμβάσεις αποκατάστασης των ανενεργών μεταλλευτικών δραστηριοτήτων είναι ελάχιστη και ανεπαρκής. 

Ίσως πιο οικείο παράδειγμα επενδυτικού σχεδίου με σοβαρό περιβαλλοντικό αποτύπωμα είναι το σύνθετο τουριστικό κατάλυμα «Ίτανος Γαία», το οποίο σχεδιάζεται να αναπτυχθεί σε έκταση περίπου 22.120 στρεμμάτων στο ανατολικό άκρο της Κρήτης στην περιοχή Κάβο Σίδερο που έχει ενταχθεί στο δίκτυο Natura. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι το επενδυτικό σχέδιο, το οποίο προβλέπει την ανάπτυξη τουριστικών καταλυμάτων 1.900 κλινών, συνεδριακών κέντρων, γηπέδων γκολφ, υδροθεραπευτηρίων, λιμενικών υποδομών, εμπορικών καταστημάτων, θρησκευτικών χώρων, και ελικοδρομίου, είναι νόμιμο, παρά το γεγονός ότι δεν έχει ακόμα εγκριθεί το διαχειριστικό σχέδιο που προβλέπεται από την οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τους οικοτόπους. 

Είναι η απώλεια φυσικών περιοχών και αδιατάρακτων οικοσυστημάτων και τοπίων αποδεκτή για την ανάπτυξη επενδυτικών σχεδίων, όπως τα μεταλλεία χρυσού στη Χαλκιδική, τα μεταλλεία βωξίτη στη Γκιώνα και η τουριστική επένδυση στο Κάβο Σίδερο; Είναι πραγματικά βιώσιμη η οικονομία που στη ζυγαριά της ανάπτυξης βάζει μόνο θέσεις εργασίας και φορολογικά έσοδα, αλλά όχι το περιβαλλοντικό αποτύπωμα; Είναι τελικά η προστασία του περιβάλλοντος μόνο ζήτημα νομοθεσίας; 

Οι νόμοι αντανακλούν και θωρακίζουν τις αξίες κάθε κοινωνίας και τις πολιτικές και οικονομικές επιλογές της πολιτικής ηγεσίας των κρατών και διεθνών οργανισμών. Ό,τι είναι νόμιμο δεν είναι απαραιτήτως και οικολογικό και σίγουρα απέχει πολύ από τον τελικό στόχο της αποτελεσματικής προστασίας του περιβάλλοντος ως κοινού αγαθού. Σε κάθε περίπτωση όμως, το περιβαλλοντικό δίκαιο είναι ο ισχυρότερος εγγυητής ενός κοινά αποδεκτού επιπέδου και πλαισίου περιβαλλοντικής προστασίας, το οποίο πρέπει διαρκώς να βελτιώνεται στη βάση των νεώτερων επιστημονικών δεδομένων για την κατάσταση οικοσυστημάτων και ειδών, φυσικών πόρων και βεβαίως την πραγματική αξία των οικοσυστημικών υπηρεσιών. 

Θεοδότα Νάντσου και Γιώργος Χασιώτης

Αντιστοιχισμένο περιεχόμενο

Συνεργαζόμενα Blogs