Συναντήθηκαν για πρώτη φορά πριν από 25 χρόνια, στο πλατό της δημοφιλούς τηλεοπτικής σειράς «Lindenstrabe» (ο δρόμος με τις φιλύρες), για να ενσαρκώσουν ρόλους, που η ζωή τούς είχε τάξει να γίνουν η καθημερινότητά τους στη Γερμανία.
Μετανάστες οι ίδιοι, ήρθαν αντιμέτωποι...
, τα πρώτα χρόνια. με αισθήματα εχθρότητας και συγκεχυμένου φόβου, προβλήματα συμβίωσης που κατά κύριο λόγο χαρακτηρίζουν τις σχέσεις μεταξύ ντόπιων και ξένων, σε κάθε χώρα.
Ως φορείς μιας κουλτούρας, που σού υπαγορεύει ότι το «να δίνεις» είναι πολύ πιο πάνω από το «να παίρνεις», έπρεπε, ασυνείδητα ίσως, να κάνουν τη διαφορά. Και το πέτυχαν. Απέδειξαν, τελικά, μαζί με όλους τους Έλληνες της Γερμανίας, ότι οι γκάστερμπάιτερ δεν είναι μόνο τα φτηνά εργατικά χέρια, που όταν δεν θα τα έχει ανάγκη η χώρα θα φύγουν στις πατρίδες τους. Απέδειξαν, ότι είναι πρώτα απ΄ όλα άνθρωποι, με πλούσια αισθήματα, με αγάπη για τη ζωή και το συνάνθρωπο, ακόμα και για τη νέα πατρίδα κι ας μην το πίστευαν και οι ίδιοι ότι, θα συμβεί κι αυτό κάποια ημέρα.
Ο λόγος για ...
τρεις Έλληνες μετανάστες, τον Κώστα Παπαναστασίου, τη Δόμνα Αδαμοπούλου και τον Ερμή Χοντολίδη, αντιπροσωπευτικό δείγμα μιας «επιτυχημένης ενσωμάτωσης», πενήντα χρόνια μετά την υπογραφή της ελληνογερμανικής σύμβασης μετανάστευσης.
Γι΄ αυτό και το Ινστιτούτο Goethe, τιμώντας το ιωβηλαίο-γέφυρα μεταξύ των δύο χωρών, επέλεξε να τους προσκαλέσει στην Ελλάδα, που για κάποιο λόγο μέχρι σήμερα δεν τους γνώριζε.
· Ένας θερμός, βαθιά πολιτικοποιημένος, φιλέλληνας
Όλα ξεκίνησαν το 1985. Ο καταξιωμένος Γερμανός σκηνοθέτης και παραγωγός, Hans W. Geibendorfer (Χανς Γκαϊσεντέρφερ), έχοντας διαγράψει μία ξεχωριστή πορεία στο χώρο, με ντοκιμαντέρ και ταινίες, αναζητούσε πρόσωπα για την τηλεοπτική σειρά που ξεκινούσε για λογαριασμό του πρώτου καναλιού της κρατικής τηλεόρασης, ADR.
Το σενάριο ήταν έτοιμο: «Lindenstrabe», Μόναχο: ζευγάρια και άνθρωποι σε κοινόβια, οικογένειες με παιδιά. Γερμανοί και μετανάστες-Ιταλοί, Τούρκοι, Έλληνες... Κατοικίες, ιατρεία, καταστήματα… Μέσα σε όλα αυτά και το ελληνικό εστιατόριο «Ακρόπολις», στον ομώνυμο δρόμο, με ιδιοκτήτες την οικογένεια Σαρικάκη, που είναι και οι πρωταγωνιστές.
Η πολυβραβευμένη σειρά, με πάνω από 1.600 ημίωρα επεισόδια, μεταδίδεται κάθε Κυριακή, στις 18:30, καθηλώνοντας, κατά μέσο όρο 3.500.000 τηλεθεατές (15% τηλεθέαση).
Όλα αυτά τα χρόνια έχει αποκτήσει και τα δικά της fan club (πάνω από 25 επίσημα αναγνωρισμένα), στη Γερμανία και την Ελβετία.
Στις 8 Δεκεμβρίου κλείνει τα 25 χρόνια, με εξασφαλισμένο συμβόλαιο μέχρι τα μέσα του 2011.
Για το πώς ξεκίνησε η ιδέα για τη σειρά αυτή, που έπειτα από 25 χρόνια έχει μπει και στα Ρεκόρ Γκίνες, ο Hans W. Geibendorfer, μας είπε: «Είμαι της γενιάς του ΄68 και η καρδιά μου χτυπάει αριστερά. Δεν μπορούσα να παραγνωρίσω τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι μετανάστες σε κλίμα έντονης ξενοφοβίας, αλλά και αναβίωσης φαινομένων από την εποχή του ναζισμού. Όλα αυτά, ήθελα να τα παρουσιάσω στο τηλεοπτικό κοινό της Γερμανίας, χωρίς να εξωραΐζω καταστάσεις, ούτε όμως και να θεοποιώ τους μετανάστες. Πραγματεύεται θέματα κοινωνικά, κάποια από τα οποία θεωρούνται ταμπού, όπως αυτό της ομοφυλοφιλίας, του AIDS κ.ά. Πρόκειται, τελικά, για ένα πολιτικό σίριαλ».
Το ότι επέλεξε να είναι Έλληνες οι πρωταγωνιστές της σειράς, δεν είναι τυχαίο. Η γνωριμία του με χώρα μας, ξεκινάει από τα 14 του χρόνια, όταν αποφάσισε ότι ήθελε να ζήσει ανεξάρτητος, μακριά από την οικογένειά του. Τον πατέρα του τον είχε χάσει στον πόλεμο. Έτσι, βρέθηκε στην Ελλάδα μ' έναν Έλληνα φορτηγατζή, τον οποίο έπεισε να τον πάρει μαζί του από τη Νυρεμβέργη, παρουσιάζοντάς τον ως ανιψιό του. Κατέληξε στη Μύκονο, σε μια οικογένεια που τον έβαλε στην αγκαλιά της, μαζί με τα επτά της παιδιά.
«Ήταν Πάσχα, όταν φτάσαμε στη Μύκονο. Η γιορτή αυτή θα μου μείνει αξέχαστη, όπως και η ζεστή φιλοξενία των Ελλήνων, που τη γεύτηκα αργότερα και στην Κρήτη. Όταν χρόνια μετά σπούδαζα πια στη Γερμανία, έμαθα ότι η φιλοξενία είναι στο αίμα σας, από αρχαιοτάτων χρόνων. Αυτή η ζεστασιά μ' έκανε να αγαπήσω τους Έλληνες και την Ελλάδα», θα μας πει.
Το 1980 επέστρεψε στη χώρα μας, αυτή τη φορά στη Ρόδο, όπου αγόρασε και σπίτι. Μάλιστα, όταν δίνει συνεντεύξεις στη γερμανική τηλεόραση για το «Lindenstrabe», επιλέγει να "βγαίνει" από το νησί, περιδιαβαίνοντας στους δρόμους, με υπόκρουση ποιοτική ελληνική μουσική.
Για τη «Lindenstrabe» μας ανέφερε, ακόμη, ότι θα ήταν χαρά του να προβληθεί κάποια στιγμή και στην Ελλάδα. Συζητήσεις έχουν γίνει πολλές μέχρι σήμερα, αλλά καμία δεν έχει ευοδωθεί.
Τον πληθωρικό ηθοποιό, Κώστα Παπαναστασίου, τον ήξερε χρόνια πριν από το καλλιτεχνικό στέκι που διατηρούσε στο Βερολίνο. Η Δόμνα Αδαμοπούλου τον εντυπωσίασε με τη δωρική ομορφιά της, αλλά και τους εξαίσιους μεζέδες που ετοίμαζε στην ξακουστή ταβέρνα της, στο Ντίσελντορφ. Αν και δεν ήταν ηθοποιός, αυτό του ήταν αρκετό. Τον Ερμή Κοντολίδη, του τον σύστησαν από την Ελλάδα, ως ένα παιδί, που έκανε δειλά τα πρώτα βήματα στο χώρο του θεάτρου. Έτσι, τους έσμιξε και δημιούργησε τη δική του ελληνική οικογένεια Σαρικάκη: τον Παναγιώτη και την Ελένη, ιδιοκτήτες του εστιατορίου «Ακρόπολις», με τον ανήσυχο γιο τους, Βασίλη.
· Ένας βέρος Έλληνας Βερολινέζος
Η ζωή του Κώστα Παπαναστασίου, από το Αρτεσιανό Καρδίτσας, είναι από μόνη της ένα μυθιστόρημα. Άλλωστε, στο «Lindenstrabe», έχουν ενταχθεί πολλά στοιχεία από την πολυτάραχη πορεία του.
Τα 18α γενέθλιά του, στις 8 Φεβρουαρίου, τα γιόρτασε το 1955 στο τρένο προς την Αυστρία, όπου πήγαινε μαζί με δύο ξαδέλφια του για σπουδές. Ήθελε να γίνει αρχιτέκτονας. Στη Βιέννη, τα πράγματα δεν ήταν, όμως, τόσο εύκολα και δεν ήξεραν και τη γλώσσα. Τελικά, ο ίδιος εγγράφεται στο Πολυτεχνείο.
«Πολύ σύντομα μας τελείωσαν τα χρήματα, αφού οι πατεράδες μας ήταν απλοί γεωργοί. Σ' ένα χρόνο φύγαμε για το Βερολίνο, όπου είχαμε μάθει ότι εξασφάλιζαν και εργασία στους φοιτητές, ώστε να μπορούν να καλύπτουν τα έξοδά τους», θυμάται ο Κώστας Παπαναστασίου.
Έτσι, τον Οκτώβριο του 1956 βρέθηκε στο Βερολίνο, όπου και ζει μέχρι σήμερα. Έλληνες δεν υπήρχαν τότε στην πόλη, που δεν είχε επουλώσει ακόμη τα τραύματα των βομβαρδισμών των συμμαχικών δυνάμεων. Το Βερολίνο χωρισμένο στα δύο, με το τείχος της ντροπής, και το Check point Carlie. Το πρώτο καιρό έκανε δουλειές του ποδαριού. Ένα χρόνο μετά, με χρήματα που του έστειλε ο πατέρας του, έκανε τελικά την εγγραφή του στο πανεπιστήμιο.
Πνεύμα ανήσυχο, πρωτοστατεί στην ίδρυση συλλόγου Ελλήνων φοιτητών, τον πρώτο του είδους στη Γερμανία.
«Το είχαμε ανάγκη. Έπρεπε να αλληλοβοηθιόμαστε, να συντρέχουμε τους νεοφερμένους, αλλά και να δείξουμε την παρουσία μας, με καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Ο τότε πρέσβης της Ελλάδας, όταν τον καλέσαμε στα εγκαίνια του συλλόγου μας, αρκέστηκε να μας χαρακτηρίσει κομμουνιστές και μας συμβούλεψε να μάθουμε καλά τα γερμανικά, ώστε όταν επιστρέφαμε στην Ελλάδα να γίνουμε καλοί ταξιτζήδες. Είναι γεγονός, ότι μέχρι που άρχισαν να καταφθάνουν οι Έλληνες εργάτες, εμείς ήδη είχαμε πολιτικοποιηθεί», μας λέει.
Τότε, ξεκίνησε ένας άλλος αγώνας, να στηρίξουν τους πατριώτες, που δεν ήξεραν κουβέντα γερμανική, πόσο μάλλον να υποστηρίξουν τα δικαιώματά τους στις φάμπρικες.
«Καλύπταμε τις ανάγκες για μεταφραστές, επικοινωνούσαμε με τα συνδικάτα, επισκεπτόμασταν τους χώρους εργασίας, από τις 6 το πρωί μέχρι αργά το βράδυ. Γι΄ αυτό, όχι τυχαία, σε όλες τις πανεπιστημιακές πόλεις δημιουργήθηκαν και οι πρώτοι ελληνικοί σύλλογοι», σημειώνει ο κ. Παπαναστασίου, ο οποίος διετέλεσε και πρόεδρος της Κοινότητας Βερολίνου.
Εν τω μεταξύ, εργάστηκε και ως αρχιτέκτονας, ενώ έκανε και σπουδές θεάτρου, ένα αντικείμενο που πάντα τον έλκυε.
Όλα αυτά, ώσπου ήρθε η δικτατορία, οπότε αποφάσισε να τα δώσει όλα για τον αγώνα. Οργανώνεται στο ΠΑΜ και συνεργάζεται στενά με το ΠΑΚ. Τραγούδια του Θεοδωράκη, ανάγνωση επιστολών Ελλήνων αγωνιστών από τις φυλακές, ποιήματα του Ελύτη και του Ρίτσου, συνέθεταν το δρώμενο που είχε ετοιμάσει ο ίδιος και παρουσίαζε, τραγουδώντας με την κιθάρα του, σε πανεπιστήμια της Γερμανίας.
Τον καιρό της χούντας γνώρισε και τη Μελίνα, που χόρεψε τις ζεϊμπεκιές της, όπως μας λέει, στο "Terzo Mondo" (τρίτος κόσμος), καφέ-εστιατόριο, που διατηρεί ο ίδιος στο Βερολίνο, εδώ και 46 χρόνια.
"Ήταν το στέκι τον αντιστασιακών, όπου ερχόντουσαν και προοδευτικοί Γερμανοί, που δεν ήταν και λίγοι. Όλες οι πολιτικές νεολαίες και τάσεις έβρισκαν εκεί σημείο δημοκρατικού διαλόγου και επικοινωνίας. Θα πρέπει να πως ότι η στήριξη της Γερμανίας ήταν μεγάλη, τα χρόνια εκείνα", σημειώνει.
Μόνο ελληνική μουσική ακούνε όσοι επισκέπτονται το στέκι του Παπαναστασίου. Ένα πικάπ της δεκαετίας του '60, σε δίσκους 78 στροφών, παίζει τα πρώτα ρεμπέτικα ηχογραφημένα στην Αμερική, στις αρχές του 20ού αιώνα.
Και ποιος δεν έχει περάσει από το "Terzo Mondo", όλα αυτά τα χρόνια. Από τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο, με συνεργάτες να συζητά για τα γυρίσματα της νέας ταινίας στο Βερολίνο έως τον Φασμπίντερ, που έγραψε εκεί πολλά κομμάτια του σεναρίου του για τη σειρά "Αλεξάντερ Πλατς".
Κάρολος Παπούλιας, Ταρκόφσκι, Μίκης Θεοδωράκης, Γιάννης Μαρκόπουλος, Δόμνα Σαμίου, Αλέκος Παναγούλης, Τίτος Πατρίκιος, Θανάσης Βαλτινός, είναι ορισμένες μόνο από τις πολύ γνωστές προσωπικότητες που επισκέφθηκαν το μαγαζί.
Άλλο ένα κομμάτι, πολύτιμο της ζωής του Κώστα Παπαναστασίου, είναι η βοήθεια που προσφέρει από τις αρχές τις δεκαετίας του ΄90 στους Έλληνες της Γεωργίας.
Τα κοντέινερ με φάρμακα και είδη πρώτης ανάγκης, που εξασφάλιζε, τα συνόδευε ο ίδιος. Για την προσφορά του αυτή έχει τιμηθεί από το υπουργείο Εξωτερικών, στο παγκόσμιο συνέδριο του ΣΑΕ, το 1999. To έργο του αυτό, που έχει καταγραφεί και στην τηλεοπτική σειρά «Lindenstrabe», συνεχίζεται και σήμερα.
Από το 2001, ο Κώστας Παπαναστασίου δεν εμφανίζεται, πλέον, τακτικά στην τηλεοπτική σειρά, αφού ο Παναγιώτης που υποδύεται έχει επιστρέψει στην Ελλάδα, πραγματοποιώντας το όνειρο που κουβαλά ο κάθε Έλληνας μετανάστης, από την πρώτη ημέρα που πατάει το πόδι του στα ξένα.
Στη ζωή του, όμως παραμένει στο Βερολίνο, όπου έχει ισορροπήσει, έχοντας αποκτήσει μια όμορφη οικογένεια με τη Γερμανίδα σύζυγό του, Μόνικα, με την οποία χαίρονται τον εγγονό που έχουν αποκτήσει από το μονάκριβο γιο τους. Μάλιστα, η μεγαλύτερη σε κυκλοφορία εφημερίδα του Βερολίνου τον έχει χαρακτηρίσει ως ένα αυθεντικό Βερολινέζο!
"Μια τέτοια πόλη - λέει ο ίδιος- που με μεγάλωσε, μέσα από κακές και καλές στιγμές, δεν μπορεί παρά να με εκφράζει. Η Ελλάδα, όμως, είναι για μένα αυτό που ο Οδυσσέας αποκαλεί Ιθάκη, πατρίδα, το νόστιμον ήμαρ".
Φυσικά, δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια με την πρόσφατη κρίση που δημιουργήθηκε, έντεχνα, από τον κίτρινο Τύπο της Γερμανίας, όπως μας είπε. Έλαβε μέρος σε καμπάνιες σε πολυσύχναστα μέρη, όπως το μετρό, αλλά και σε εγκυρότατα γερμανικά έντυπα, για να αναστραφεί το αρνητικό κλίμα.
"Θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό να προστατεύσουμε τη φιλία μας με τη Γερμανία, που την οικοδομήσαμε με πολύ κόπο μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Τελικά, τα πράγματα εξομαλύνονται, μέρα με τη μέρα κι αυτό το θεωρώ ως μία νίκη και των Ελλήνων της Γερμανίας", σημειώνει και καταλήγει: " Σημασία έχει ότι ο κίτρινος Τύπος δεν τα κατάφερε, τελικά".
· Η Ελληνίδα Άννα Μανιάνι
Η Δόμνα Αδαμοπούλου έφυγε για τη Γερμανία από το χωριό της, Μοναστηράκι Σερρών, το 1963, στα 22 της χρόνια, για να ανταμώσει το σύζυγό της, που ήδη είχε βρει δουλειά στο Μόναχο. Άφησε πίσω γονείς και έξι αδέλφια.
«Με πιάνουν τα κλάματα, ακόμα και σήμερα, όταν φέρνω στο νου μου την εικόνα του αποχωρισμού με τον πατέρα μου», θα μας πει η Δόμνα. «Είμαι κι εγώ, όπως όλοι οι μετανάστες που πήγαν στη Γερμανία, με τρένα και καράβια, για να βρουν καλύτερη τύχη. Εργάστηκα σε διάφορα εργοστάσια, πρώτα στη Ζίμενς, στο Μόναχο, μετά στην Μπάγιερ, στο Λεβερκούζεν. Εργαζόμασταν σε βάρδιες με το σύζυγο, για να μην μένουν μόνα τα παιδιά μας. Τελικά, καταλήξαμε στην Κολωνία», αναφέρει.
Σπουδές δεν ευτύχησε να κάνει η Δόμνα. Καλά-καλά το δημοτικό δεν πρόλαβε να τελειώσει στην Ελλάδα. Έτσι πορεύτηκε. Με τους Έλληνες της Κολωνίας έκαναν κι ένα θεατρικό σχήμα, ερασιτεχνικό, κάτι που της άρεσε πολύ. Τότε δεν φανταζόταν ότι θα έπαιζε κάποια στιγμή σε τηλεοπτική σειρά, που θα την έκανε γνωστή σε όλη τη Γερμανία.
«Η Ελένη Σαρικάκη, που ενσαρκώνω, είναι η παραδοσιακή Ελληνίδα μάνα, υπερπροστατευτική, που πασχίζει να κάνει το παν για να είναι όλα καλά στο σπιτικό της. Δεν εξελίχθηκε, κουβαλώντας τις όποιες φοβίες. Προσωπικά, δεν είμαι έτσι. Αυτό που με συνδέει, όμως, με την ηρωίδα είναι ότι, τα καλά μας χρόνια ήταν ξενιτιά, πόνος δάκρυ. Όποιος την έχει ζήσει, ξέρει για τι μιλώ», αναφέρει η Δόμνα, η Ελληνίδα Άννα Μανιάνι, όπως την αποκαλούν.
Και προσθέτει: «Τελικά, δεν μετανιώνω που έφυγα στη Γερμανία. Έζησα καλά, δεν έχω κανένα παράπονο. Έμεινα στην πορεία μόνη με τα δύο παιδιά μου, αλλά με αγκάλιασαν όχι μόνο οι Έλληνες, αλλά και οι Γερμανοί. Το μόνο βάρος που έχω, είναι ότι δεν χάρηκα και δεν με χάρηκαν οι δικοί μου».
· Ο Ερμής από τη Θεσσαλονίκη, που έγινε γνωστός σε όλη τη Γερμανία ως Βασίλης
Είναι αναγνωρίσιμος ως Βασίλης κι έτσι τον αποκαλούν, όταν τον συναντούν στο δρόμο. Κι αυτό δεν τον ενοχλεί, αφού από την ήμερα που πάτησε το πόδι του στη Γερμανία, πριν από είκοσι πέντε χρόνια, σε ηλικία 22 ετών, εμφανίστηκε στο «γυαλί», από το πρώτο επεισόδιο στο «Lindenstrabe», στο ρόλο του γιού της οικογένειας Σαρικάκη. Κάτι που ο Ερμής Κοντολίδης ποτέ δεν περίμενε ότι θα συμβεί, αφού η τηλεόραση δεν ήταν αυτό που επιζητούσε. Το όνειρό του ήταν πάντα το θέατρο.
Είχε ξεκινήσει σπουδές στην Καλών Τεχνών. Στη συνέχεια πέρασε στη Δραματική Σχολή Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, όπου έπειτα από ένα χρόνο του είπαν: «Δεν κάνεις για ηθοποιός». Ο άνθρωπος, που του έκλεισε ένα δρόμο, τού άνοιξε άλλο, αφού ήταν αυτός που τον προώθησε για να πάει στη Γερμανία και να περάσει "οντισιόν" για το σίριαλ, που τελικά τον καθιέρωσε.
Στην Ελλάδα έρχεται συχνά. Εργάστηκε και κάποιο διάστημα στην Αθήνα, με το θίασο του Τερζόπουλου, παράλληλα με το σήριαλ. Έπειτα από τόσο χρόνια, αισθάνεται, όμως, και λίγο ξένος.
«Κρατώ μέσα μου εικόνες ψυχής από την Ελλάδα, που σήμερα πιστεύω πως χάνονται. Θα είναι κρίμα να χάσουμε τη μεγαλοψυχία μας», λέει νοσταλγικά ο Ερμής Χοντολίδης.
· Εκδήλωση στο Γκαίτε
Συγκινητική ήταν η χθεσινή βραδιά για όσους παραβρέθηκαν στο Ινστιτούτο Γκαίτε, με προσκεκλημένους τους Έλληνες πρωταγωνιστές και τον παραγωγό του «Lindenstrabe».
Στην εκδήλωση, που διοργανώθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 50χρονα της ελληνο-γερμανικής συμφωνίας, προβλήθηκε ένα επεισόδιο της σειράς. Ακολούθησε συζήτηση, με τη βραδιά να κλείνει με τον Κώστα Παπαναστασίου, με την κιθάρα του και με τη Δόμνα μαζί να ερμηνεύουν τραγούδια του Θεοδωράκη, παραγγελία του φίλου τους, Hans W. Geibendorfer .
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Φωτο:από αριστερά προς δεξιά: ο Ερμής Χοντολίδης, η Δόμνα Αδαμοπούλου, ο σκηνοθέτης και παραγωγός, Hans W. Geibendorfer (Χανς Γκαϊσεντέρφερ) και ο Κώστας Παπαναστασίους