Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2019

Από τις πανελλαδικές, το χρηματιστήριο και τους διαγωνισμούς ΑΣΕΠ, στα κοινωνικά επιδόματα: έχει κάθε εποχή το δικό της εθνικό σπορ; Γράφει ο Αριστομένης Γιαννακόπουλος*


Ο αριθμός των συμπολιτών μας που λαμβάνουν το κοινωνικό μέρισμα και το μέγεθος αυτού, δεν είναι τα ...
μόνα πράγματα που μπορεί να καθορίσουν την επίδραση αυτού του νέου μέτρου στα αποτελέσματα των επόμενων εκλογών. 




Έχω αντιληφθεί ότι πάρα πολλοί σύγχρονοι Έλληνες μαγεύονται από την ίδια τη διαδικασία να ερευνήσουν εάν είναι δικαιούχοι και να ολοκληρώσουν τις υποχρεώσεις τους για την είσπραξή του. Η είσοδος και πλοήγηση στις ηλεκτρονικές εφαρμογές, είτε τις πραγματοποιούν από μόνοι τους είτε –ακόμη καλύτερα- επισκέπτονται τον λογιστή τους για τέτοιες υποθέσεις, η συζήτηση του θέματος και με ενδιαφερόμενους γνωστούς τους, η ενδεχόμενη συλλογή εγγράφων σε χάρτινη μορφή, όλα αυτά μπορεί να στήνουν σκηνικό θαλπωρής εντός οικίας και καλής παρέας εκτός οικίας, ειδικά όταν πρόκειται για ανθρώπους που γυρεύουν αφορμές να ξεφύγουν από τη ρουτίνα τους.

Και αν ακόμη το μέρισμα «βγαίνει μικρό», και αν πολλοί που μπήκαν στην εφαρμογή βρήκαν πως τελικά δεν το δικαιούνται καθόλου, η γλύκα της διαδικασίας μένει. Κάτι η παρέα με τον λογιστή και τους άλλους ενδιαφερομένους, κάτι η αγωνία για το αποτέλεσμα που θα βγάλει το σύστημα, που θυμίζει λίγο την αγωνία τυχερού παιχνιδιού, κάτι το αίσθημα του «τι είχαμε τι χάσαμε», αφού πρόκειται για ένα έκτακτο επίδομα, κάτι για την ελπίδα ότι του χρόνου ή κάποια άλλη στιγμή θα είμαστε από τους τυχερούς, ειδικά αν ακολουθήσουμε τυχόν συμβουλές του λογιστή μας και διορθώσουμε κάποια «λάθη» στα φορολογικά μας, αφήνουν κάποια ευχάριστη διάθεση σε πολλούς που παραλίγο να το έπαιρναν αλλά δεν το παίρνουν. 

Σε παρόμοια ευχάριστες διαδικασίες με αυτές των σημερινών έκτακτων επιδομάτων, έμπαινε πολύς κόσμος στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια πριν εισέλθουμε στην κρίση χρέους, όταν ακόμη γίνονταν πάρα πολλοί διαγωνισμοί για διορισμούς σε δημόσιες θέσεις. Το ΑΣΕΠ είχε γίνει ένα είδος ερωτικού αντικειμένου για πολλούς, ίσως ακόμη περισσότερο για εμάς της ανωτάτης εκπαίδευσης. Η διαδικασία συλλογής αντιγράφων όλων των διπλωμάτων μας –Πανεπιστημίου, ξένων γλωσσών κλπ- μπορεί να μας κάνει αυτάρεσκους. (Είχα συλλάβει τον εαυτό μου αρκετές φορές με τέτοια αυταρέσκεια για τους τίτλους σπουδών μου την περίοδο 2005-2009.) Και όταν οι τίτλοι σπουδών δεν επαρκούσαν, πολλοί σκεφτόμασταν και κάναμε άλλο ένα μεταπτυχιακό, μία ακόμη ξένη γλώσσα, ή άλλοι έκαναν ακόμα και διδακτορικό, μόνο για έναν διορισμό σε έναν Δήμο. 

Παλαιότερα ακόμη, τις δεκαετίες ’80 και ’90, το αντίστοιχο εθνικό σπορ ήταν οι πανελλαδικές εξετάσεις για την εισαγωγή σε ΑΕΙ και ΤΕΙ. Τότε οι γονείς έψαχναν τη σωτηρία των παιδιών τους μέσα από τις ανώτερες και ανώτατες σπουδές. Για μια μικρή περίοδο το 1998-2000, το εθνικό σπορ ήταν το χρηματιστήριο. 

Βέβαια οι παλαιότερες περιπτώσεις των πανελλαδικών, του χρηματιστηρίου και των διαγωνισμών ΑΣΕΠ, απευθύνονταν σε μεγαλύτερους πληθυσμούς σε σχέση με τα κοινωνικά επιδόματα. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, το κοινό που υπάρχει είναι η συναλλαγή με κάποιο μεγάλο και γενικό σύστημα, συνήθως το Κράτος, που μπορεί να μας αποφέρει κάποιο ατομικό κέρδος. Είναι η (ψευδ)αίσθηση ότι το Κράτος έχει κάτι να μας προσφέρει, και αν είναι έτσι, πρέπει να φροντίσουμε να το πάρουμε. Η αίσθηση αυτή είναι φυσικό να υπάρχει σε τέτοιες περιπτώσεις, αλλά όταν μας κυριεύει συνεχώς, αδυνατούμε να σκεφτούμε ότι το Κράτος που δίνει διαρκώς περισσότερα από όσα εισπράττει, θα χρεοκοπήσει και θα πληρώνουμε πάλι εμείς τις ζημιές του και τα χρέη του.

Φαίνεται πως και η σημερινή Κυβέρνηση έχει κατανοήσει πως αυτές οι αισθήσεις και οι ψευδαισθήσεις που περιγράψαμε, είναι υπερβολικά ανεπτυγμένες στον σημερινό ελληνικό πληθυσμό. Για αυτό τον βάζει όλο και πιο συχνά σε τέτοιες σαγηνευτικές διαδικασίες, ώστε να του προκαλέσει πολλές φορές ηδονή μέχρι τις επόμενες εκλογές και να επηρεάσει την ψήφο του. 

*- Ο Αριστομένης Γιαννακόπουλος είναι πτυχιούχος του Γεωπονικού Παν/μίου Αθηνών με δύο μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών και διάφορους τίτλους γλωσσομάθειας σε τέσσερεις ξένες γλώσσες.