Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

Έδινες μέχρι που άδειασες, και τώρα αυτό το τίποτα πονάει πιο πολύ απ’όλα


Κοιτάς πάνω και βλέπεις τον ουρανό γεμάτο φωτεινά, περήφανα άστρα. Έπειτα στρέφεις το βλέμμα κάτω...
, κοιτάς μέσα σου, και δεν βλέπεις ούτε ένα, δεν νιώθεις κανένα. 




Κλείνεις για λίγο τα μάτια θέλοντας να δεις βαθύτερα, μα το μόνο που διακρίνεις στο αβυσσαλέο κενό μέσα από το στέρνο σου είναι πεφταστέρια. Αντιλαμβάνεσαι πως δεν είναι από εκείνα που πραγματοποιούν ευχές με τη πτώση τους, αλλά ο τύπος που απλά φεύγει παίρνοντας μαζί του την λίγη λάμψη που μέχρι πρότινος είχε δανείσει στον ουρανό.

Κάπως έτσι έφυγε κι εκείνη απ’ τη ζωή σου.

Ακριβώς έτσι.

Έναστρος ουρανός, μα άναστρη καρδιά. Θα έδινες τα πάντα για μια αντιστροφή μεταξύ των δυο.

Πίνεις άλλη μια γουλιά αλκοολούχο παυσίπονο, μα δεν δείχνει να δουλεύει. Η καρδιά σου είναι βαθιά χαρακωμένη και ανεπίδεκτη βάλσαμου. Τι την έκανε να σου ανοίξει τόσο βαθιές πληγές; Εσύ το μόνο που ξέρεις για γεγονός, είναι πως την αγάπησες πολύ, ίσως παραπάνω απ’ ότι έπρεπε, απ’ όσο της άξιζε. Είναι άραγε έγκλημα η υπέρμετρη εκδήλωση αγάπης, έγκλημα το οποίο τιμωρείται με ολική έκλειψη καρδιάς από τον παραλήπτη του εν λόγω συναισθήματος; Δεν θες να το πιστέψεις, έτσι βρίσκεις παρηγοριά στην εκλογίκευση. Δεν θα ήταν έτοιμη για τόση αγάπη, τόσο γρήγορα, σκέφτεσαι. Προσπάθησες να χωρέσεις έναν χείμαρρο από συναισθήματα σ’ ένα μπουκάλι, κι αυτό μικρό, πολύ μικρό για να κρατήσει μέσα του όλα τα ‘σ’ αγαπώ’ σου.

Πολύ μικρό το μπουκάλι, κι εκείνη ακόμη πιο μικρή, μια αμοιβάδα έρωτα που έπαιρνε την αγάπη σου με το σταγονόμετρο αντί με τη σέσουλα που συνήθιζες να της την δίνεις.

Θα άλλαζες κάτι αν πήγαινες πίσω στον χρόνο; Μήπως δεν θα την αγάπαγες στον ίδιο βαθμό, τον υπερθετικό, και θα χαμήλωνες στροφές στην καρδιά σου; Θα συμβιβαζόσουν με το λίγο, εξωτερικεύοντας μονάχα θραύσματα αγάπης, την ίδια ώρα που μέσα σου θα μαινόταν το πολύ για να απελευθερωθεί; Δεν είναι του χαρακτήρα σου να κάνεις εκπτώσεις στα συναισθήματα σου, και ειδικά στην αγάπη. Ή αγαπάς ολοκληρωτικά ή καθόλου. Εκείνη αποδείχτηκε το καθόλου κι εσύ έμεινες με το τίποτα, έχοντας προηγουμένως δώσει τα πάντα. Έδινες μέχρι που άδειασες, και τώρα αυτό το τίποτα πονάει όσο όλη η λύπη του κόσμου μαζεμένη.

Δεν το περίμενες ποτέ πως θα πονούσε τόσο. Δεν φαντάστηκες ποτέ κενό μέσα στο δικό σου όλο. Πάντα γούσταρες το ακέραιο πιο πολύ από το κλάσμα.

Πέφτεις για λίγο στο παγκάκι το οποίο σε φιλοξενεί τις τελευταίες τέσσερις ώρες, έρχεσαι παράλληλα με τον ουρανό και τα αστέρια του. Χαζεύεις την λάμψη των τελευταίων, κι έπειτα χάνεσαι μέσα σ’ αυτήν, λες κι επιδίδεσαι σε μια απέλπιδα προσπάθεια να φωτίσεις την ψυχή σου δια μέσω της. Κάνεις ότι μπορείς για να φύγει το μαύρο από μέσα σου, γιατί μόνο χρώμα συνήθισες να βλέπεις και να νιώθεις εκεί μέσα. Επιστρατεύεις τον εγωισμό σου, ο οποίος σου λέει πως δεν αξίζει να αμαυρώνεις την καρδιά σου για κάποιαν που δεν την αγάπησε όπως εσύ θα ήθελες, όπως εσύ αγάπησες την δική της. Ούτε έναν τόνο από τα όμορφα χρώματα της καρδιάς σου δεν αξίζει να αφήσεις να φύγει, αφού το ουράνιο τόξο που διατηρούσες μέσα σε εκείνη, θα χρωματίσει την επόμενη σου σχέση, εκείνη που πραγματικά θα θέλει το χρώμα της καρδιάς σου, και θα το αξίζει επίσης.

Βοηθάει κάπως ο εγωισμός, σε παυσίπονη ιδιότητα τουλάχιστον, μα δεν απαντά όλα τα ερωτήματα που έχεις μέσα σου, δεν αφαιρεί τα ερωτηματικά απ’ τα ‘γιατί’ σου. Ίσως και να μην μπορεί κανείς να σου δώσει τις απαντήσεις που γυρεύεις – ούτε ο εγωισμός σου, ούτε το οινόπνευμα, ούτε καν ο έναστρος ουρανός. Ίσως, στην τελική, να μην υπάρχουν καν απαντήσεις να δοθούν, παρά μόνο μια συνειδητοποίηση περί δυο ασύμβατων καρδιών, μιας που υπερλειτουργεί και άλλης μιας που υπολειτουργεί, οι οποίες συναντήθηκαν στον λάθος τόπο την λάθος στιγμή.

Ίσως, μετά από τόσο κλάμα και πόνο και μαύρα μάτια και μια ακόμη πιο μαύρη καρδιά, ο φταίχτης να μην είσαι εσύ και το πταίσμα αυτό που τόσο απλόχερα και από καρδιάς έδωσες.

Ίσως, τώρα να είναι η στιγμή να βάλεις πίσω σου όλα εκείνα που σε πλήγωσαν τόσο πολύ, και να αρχίσεις, σιγά σιγά, να μαζεύεις τα κομμάτια της καρδιάς σου, με σκοπό να τα βάλεις πίσω, να την κάνεις πάλι αρτιμελή. Θα την χρειαστείς γεμάτη και ολόκληρη για τον επόμενο σου έρωτα, αυτόν που θα την απαιτήσει έτσι.

Κοιτάζεις ξανά τα αστέρια, ίσως για τελευταία φορά μέσα στη νύχτα, και νιώθεις τώρα την λάμψη τους να εισρέει στη ψυχή σου, κι από κει στην καρδιά σου. Χαμογελάς. Ο ουρανός σου ψιθυρίζει ένα μυστικό – προτού εξωτερικεύσεις όλη αυτή την αγάπη που έχεις άπλετη μέσα σου, πρώτα πρέπει να την εσωτερικεύσεις, να την διοχετεύσεις ενδόμυχα. Αγάπησε τον εαυτό σου πρώτα, πριν αγαπήσεις άλλους. Καταλαβαίνεις τι θέλει να σου πει. Απόλυτα. Σου λέει να σηκωθείς πάνω και να πας μπροστά, να προχωρήσεις, κι η καρδιά σου θα κάνει το ίδιο, θα σε ακολουθήσει.

Πάντα το κάνει. Χαρίζεις στον ουρανό ένα τελευταίο χαμόγελο κι εκείνος το αντικατοπτρίζει με σεληνόφως. Φεύγεις, παίρνοντας μαζί σου κάποια από τα αστέρια του, και ξέρεις πως όποτε τον χρειαστείς ξανά, αυτός θα είναι βλέμμα μακριά, ένα μονάχα βλέμμα το οποίο ακυρώνει τα τόσα έτη φωτός που χωρίζουν γη και ουρανό. Σε λίγο θα είσαι σε θέση να ξαναγαπήσεις, μα θα είσαι πολύ προσεκτικός προτού το κάνεις, γιατί αυτή την φορά θέλεις η καρδιά σου να παραμείνει έναστρη, σαν τον φίλο σου εκεί ψηλά. Αυτή την φορά, δεν θα σβήσεις την καρδιά σου για κανέναν. Κι όσα πεφταστέρια βρεθούν στον δρόμο σου, άλλες τόσες ευχές θα κάνεις, αφού θα ξέρεις πως εσύ ο ίδιος θα είσαι πλέον ο αρμόδιος για να τις πραγματοποιήσεις.
Γράφει ο Σπύρος Γιασεμίδης