Γράψτε το Email σας για να ενημερώνεστε πρώτοι.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

Σαρωτικές αλλαγές σε Λύκεια και ΑΕΙ - Τι προβλέπει το νομοσχέδιο


Σαρωτικές αλλαγές στην παιδεία με πολυνομοσχέδιο που αφορά όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης. ...
Δημιουργείται Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής και μπαίνει "κόφτης" στις εξετάσεις στο Λύκειο.




Η μεγαλύτερη τροποποίηση είναι κατά γενική ομολογία η δημιουργία Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, καθώς από τη μία πλευρά υπάρχει μία ακόμα επιλογή για τους υποψηφίους, από την άλλη όμως η Αθήνα μένει χωρίς δύο μεγάλα τεχνολογικά ιδρύματα. Το Πανεπιστήμιο θα αποτελείται από πέντε σχολές και 26 τμήματα. Τα ΤΕΙ είχαν 42 τμήματα.

Παράλληλα θεσμοθετείται μία νέα βαθμίδα, αυτή του “Λέκτορα Εφαρμογών” ώστε να απορροφηθούν οι καθηγητές του ΤΕΙ Αθήνας και Πειραιά.

Το νέο Πανεπιστήμιο εκτιμάται πως θα δημιουργήσει αλλαγές τόσο στον αριθμό εισακτέων όσο και στις βάσεις, Η ανωτατοποίηση των σχολών των δύο ΤΕΙ έχει ήδη τραβήξει το ενδιαφέρον των μαθητών.

Φέτος, για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια, η ηλεκτρονική αίτηση - δήλωση για τις πανελλαδικές θα γίνει τον Μάρτιο και η ανακοίνωση του αριθμού εισακτέων μετατίθεται για το τέλος του μήνα.

Στο νομοσχέδιο προβλέπεται η δυνατότητα δημιουργίας «Αποθετηρίου Τίτλων Σπουδών». Πρόκειται για ένα ηλεκτρονικό σύστημα πιστοποίησης της γνησιότητας, δηλαδή, όλων των ακαδημαϊκών τίτλων για όλα τα ΑΕΙ της χώρας αλλά και για τα αντίστοιχα πιστοποιητικά του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ).


Διευκόλυνση των μετεγγραφών αδελφών που σπουδάζουν σε άλλες πόλεις

Μεγάλο ενδιαφέρον έχει η διάταξη για τον «Ενιαίο Αριθμό Εκπαίδευσης» που καθιερώνεται για κάθε πολίτη που έχει εισαχθεί σε οποιαδήποτε βαθμίδα εκπαίδευσης στη χώρα. Θα αντικαταστήσει τους ισχύοντες αριθμούς μητρώου που χρησιμοποιούνται.

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, με αυτό τον τρόπο «καθίσταται εφικτή αφενός η παρακολούθηση της σχολικής διαρροής και ως εκ τούτου διευκολύνεται η εκπόνηση δημόσιων πολιτικών για την αποτροπή της, αφετέρου το οικείο πληροφοριακό σύστημα, όταν διασυνδεθεί με άλλα πληροφοριακά συστήματα (π.χ. με το σύστημα «Εργάνης»), θα μπορεί να αποδίδει ανώνυμα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τη δυνατότητα απορρόφησης των αποφοίτων στην αγορά εργασίας καθώς και τη μαθητική και ακαδημαϊκή διαδρομή τους».


Πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση

Καθιερώνεται σταδιακά η υποχρεωτική φοίτηση των νηπίων ηλικίας τεσσάρων (4) έως πέντε (5) ετών στο νηπιαγωγείο. Προβλέπεται, μάλιστα, ότι η σταδιακή ένταξη των δήμων, στα όρια των οποίων θα εφαρμοστεί η δίχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, θα υλοποιηθεί με κοινή υπουργική απόφαση των υπουργών Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών, μετά από εισήγηση του οικείου περιφερειακού διευθυντή Εκπαίδευσης, η οποία θα λαμβάνει υπόψη της τη γνώμη των οικείων διευθύνσεων εκπαίδευσης.

Ως προς τη δευτεροβάθμια, το νομοσχέδιο ορίζει για τις απολυτήριες εξετάσεις των Γενικών Λυκείων ότι μειώνονται σε τέσσερα τα εξεταζόμενα μαθήματα και είναι τα εξής: Νέα Ελληνικά, Μαθηματικά, Ιστορία, Βιολογία. Για τα υπόλοιπα μαθήματα που εξετάζονταν στις απολυτήριες προβλέπεται δεύτερο ωριαίο υποχρεωτικό διαγώνισμα στο Β΄τετράμηνο.

Ακόμη, παρατείνεται έως το τέλος Μαρτίου κάθε έτους η προθεσμία για τον καθορισμό, με απόφαση του υπουργού Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, του αριθμού των εισακτέων ανά σχολή, τμήμα ή εισαγωγική κατεύθυνση, που ισχύει για τις πανελλαδικές εξετάσεις του ίδιου έτους (άρθρο 33).

Ακόμη, προβλέπονται νέοι κλάδοι και ειδικότητες εκπαιδευτικού προσωπικού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίοι/ες προέρχονται από την ενοποίηση των υφιστάμενων κλάδων.

«Την ίδρυση των νέων κλάδων υπαγορεύουν νέες εκπαιδευτικές ανάγκες, καθώς και λόγοι που ανάγονται στην καλύτερη διαχείριση των υπηρεσιακής φύσης θεμάτων του εκπαιδευτικού προσωπικού», αναφέρει η αιτιολογική έκθεση.

Να σημειωθεί πως στο νομοσχέδιο υπάρχουν διατάξεις που είχαν ήδη ανακοινωθεί, όπως για παράδειγμα, εκείνες που θεσμοθετούν Επιτροπές Ηθικής της Έρευνας σε κάθε ΑΕΙ, ώστε, όπως αναφέρεται, να ασκούν ένα είδος «προληπτικού ελέγχου ηθικής καταλληλότητας», αποτελώντας έτσι, μία «επιπλέον εγγύηση αξιοπιστίας των ερευνητικών προγραμμάτων αλλά και το μέσο για την αποδοχή του ερευνητικού έργου από το κοινωνικό σύνολο».

Google+ Followers