Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Οι ευνούχοι και οι βαρβάτοι στο Βυζάντιο: Τί θέση είχαν στο πλευρό του Αυτοκράτορα (φωτό)


Τις ανώτερες και εμπιστευτικές θέσεις της διοίκησης στο Βυζάντιο της καταλάμβαναν συχνά...
ευνούχοι. 




Η περίεργη, εκ πρώτης όψεως, αυτή συνήθεια είχε την εξήγησή της. Οι ευνούχοι δεν ήταν δυνατόν να έχουν απογόνους, ώστε για χάρη τους να ραδιουργούν.

Ωστόσο, ένας άγραφος αλλά απαράβατος νόμος τους εμπόδιζε να καταλάβουν το υπέρτατο αξίωμα του αυτοκράτορα, προφανώς γιατί στην περίπτωση αυτή δεν ήταν δυνατόν να αγνοηθεί το δικαίωμα της κληρονομικότητας στην αυτοκρατορική εξουσία.


Βασιλική ακρόαση… με «λάδωμα»

Στο βυζαντινό παλάτι υπηρετούσε ένας μεγάλος αριθμός υπαλλήλων σε θέσεις που προβλέπονταν με βάση μια αυστηρή ιεραρχία. Οι υπάλληλοι αυτοί είχαν πρόσβαση στη βασιλική εξουσία και μπορούσαν να επηρεάσουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τις αυτοκρατορικές αποφάσεις. Κάθε πολίτης που επιθυμούσε να πετύχει ακρόαση από τον βασιλιά έπρεπε να περάσει πρώτα από τους παλατιανούς υπαλλήλους, ιδιαίτερα αυτούς του άμεσου βασιλικού περιβάλλοντος, οι οποίοι απαιτούσαν να πάρουν το «δώρο» τους για να κανονίσουν την ακρόαση. Έτσι, οι αυτοκρατορικοί υπάλληλοι δεν έπαιρναν μόνο τον μισθό τους, είχαν και τα «τυχερά» τους.


«Βαρβάτες» υπηρεσίες

Ο αυτοκράτορας περιστοιχιζόταν καθημερινά από δεκάδες υπηρέτες, συνήθως ευνούχους, υπήρχαν όμως και μη ευνούχοι, οι «βαρβάτοι». Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν επιφορτισμένοι με την ασφάλειά του. Ήταν οι σπαθάριοι, οι πρωτοσπαθάριοι, οι σπαθαροκουβικουλάριοι, οι κανδιδάτοι, οι σπαθαροκανδιδάτοι.

Οι πριμικήριοι ήταν προϊστάμενοι των διάφορων υπηρεσιών, οι κουβικουλάριοι ήταν υπηρέτες του υπνοδωματίου, οι νιψιστάριοι βοηθούσαν τον αυτοκράτορα να νιφτεί, οι μανδάτορες ήταν οι αγγελιαφόροι του, οι σιλεντάριοι ήταν οι κλητήρες του, οι στιάριοι ήταν θυρωροί που έλεγχαν όσους έμπαιναν στην αίθουσα ακροάσεων, οι μάγιστοι ήταν οι σύμβουλοί του και οι στράτορες φρόντιζαν τους βασιλικούς στάβλους.



Και οι φυλακισμένοι είχαν τα τυχερά τους

Οι αυτοκράτορες έδειχναν συχνά τα φιλεύσπλαχνα αισθήματά τους για τους φυλακισμένους. Σε ευχάριστα γεγονότα, όπως η γέννηση διαδόχου, η στέψη βασιλιά, η τέλεση επινίκιου θριάμβου, τα εγκαίνια ναού, κλπ, κάποιοι φυλακισμένοι ελευθερώνονταν. Την ημέρα της Ανάστασης ο αυτοκράτορας μοιραζόταν το πασχαλινό τραπέζι με 18 φυλακισμένους και μάλιστα αλλόθρησκους.

Επίσης, οι αυτοκράτορες καλούσαν φυλακισμένους σε γεύμα στο παλάτι, όταν επρόκειτο να φιλοξενηθούν εκεί ομοεθνείς τους πρέσβεις, ενώ στους συγκρατούμενούς τους, που παρέμεναν στη φυλακή, έστελναν χρήματα. Η σύζυγος του Θεοδόσιου, Πλακίλλα, πολλές φορές έδωσε τα χρήματα που απαιτούνταν για την απελευθέρωση φυλακισμένων. Το ίδιο έκανε και η Ζωή, σύζυγος του Κωνσταντίνου του Μονομάχου, αλλά μόνο όταν κατάλαβε ότι πλησίαζε ο θάνατός της.




Αν έχεις τύχη

Ο Αθηναίος φιλόσοφος Λεόντιος άφησε με τη διαθήκη του τη μεγάλη περιουσία του στους δύο γιους του, ενώ στην κόρη του Αθηναΐδα άφησε μόνο 100 νομίσματα, λέγοντας ότι της έφτανε η τύχη που είχε. Η αδικημένη κόρη ήρθε στην Πόλη να ζητήσει το δίκιο της από τον αυτοκράτορα. Η Πουλχερία, αδελφή του ανήλικου τότε αυτοκράτορα Θεοδοσίου, γοητεύτηκε μαζί της και φρόντισε να την παντρέψει με τον αδελφό της, αφού πρώτα βαπτίστηκε χριστιανή και ονομάστηκε Ευδοκία. Ο Θεοδόσιος όταν παντρεύτηκαν ήταν μόλις 20 ετών και αυτή 27. Φαίνεται όμως ότι δεν ήταν μόνο πολύ καλλιεργημένη και δυναμική αλλά και πολύ όμορφη. Πράγματι, της έφτασε η τύχη της, την οποία δημιούργησε μόνη της.




Μη θίγετε τα νυν και τα κακώς κείμενα

Ο Κύρος Πανοπολίτης, που ήταν ευνοούμενος της αυτοκράτειρας Ευδοκίας και είχε μόρφωση ελληνική, άλλαξε κυριολεκτικά την Κωνσταντινούπολη από τη στιγμή που ανέλαβε το αξίωμα του έπαρχου της Πόλης. Ο κόσμος, ενθουσιασμένος με το έργο του, άρχισε κάποτε να φωνάζει στον ιππόδρομο: «Κωνσταντίνος έκτισε, Κύρος ανανέωσε». Οι εχθροί της Ευδοκίας τότε παρουσίασαν στον βασιλιά το γεγονός ως στασιαστικό. Αυτός, χωρίς να εξετάσει καθόλου τα πράγματα, καθαίρεσε τον Κύρο από το αξίωμά του και δήμευσε την περιουσία του.


Ούτε κατά διάνοια

Ο ευνούχος Ευτρόπιος, ο οποίος για ένα διάστημα είχε την πραγματική εξουσία ως επίτροπος του ανήλικου και άβουλου αυτοκράτορα Αρκάδιου, εξέδωσε έναν νόμο που άφησε εποχή. Σύμφωνα με αυτόν, όσοι συνωμοτούσαν εναντίον κάποιου από τους αξιωματούχους του βασιλικού οίκου τιμωρούνταν με θάνατο και δήμευση της περιουσίας τους. Και το σημαντικότερο: η σκέψη και μόνο της προδοσίας ισοδυναμούσε με προδοσία. Kατά συνέπειά, ο ύποπτος για προδοτικές σκέψεις υφίστατο τις ίδιες συνέπειες, δηλαδή θάνατο και δήμευση της περιουσίας του. Η τιμωρία άγγιζε και τα παιδιά του, τα οποία έχαναν τα πολιτικά τους δικαιώματα.